Category Archives: Συμμετοχική Δημοκρατία

Hire or Fire?

Standard

Στην Ελλάδα του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού και της ματαιόπονης “φυγής προς τα εμπρός” οι διαδικασίες μετασχηματισμού του ανθρώπινου δυναμικού τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα φαντάζουν χιμαιρικές και η αποτελεσματικότητά τους αλυσιτελής.

Η επίσημη ανεργία καλπάζει προς τον Αρμαγεδώνα του 20% καταδεικνύοντας την πρόδηλη αδυναμία απορρόφησης εξειδικευμένου και μη ανθρώπινου δυναμικού. Η απόσπαση  των μελλοντικών θυμάτων από το πεπρωμένο της κάρτας ανεργίας, της προσυνταξιοδότησης και της εφεδρείας φαντάζει δύσκολη. Όλοι κοιτάζουν προς το κράτος όταν αυτό είναι παντελώς αδύνατο να δημιουργήσει βιώσιμες θέσεις εργασίας σε ένα θνησιγενές περιβάλλον.

Υπάρχουν έξυπνοι τρόποι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, είτε σε μετασχηματιζόμενους κλάδους, είτε σε ολοκληρωτικά νέους. Η αγροτική μας παραγωγή για παράδειγμα που έχει συρρικνωθεί βίαια, όπως και οι αγρότες μας, σε μονοψήφια νούμερα του εργατικού δυναμικού, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν ξανά τη δύναμη ανάκαμψης και τη δύναμη επιβίωσης της χώρας. Σε λίγο καιρό δεν θα έχουμε να σιτιστούμε. (Πρέπει να οριοθετηθεί εκ νέου το σύστημα αγροτικής παραγωγής λαμβάνοντας υπόψη τα υποσυστήματα που αναδύονται και συνεργάζονται, αλλά και αντιπαλεύουν το δικαίωμα της χώρας στη διατροφική παραγωγή και διάθεση). Είναι ανήθικο και απαράδεκτο να εισάγουμε αγροτικά προϊόντα τα χωράφια μας να χειμάζουν και οι άνεργοι να πληθαίνουν. Θα μου πείτε ποιος πάει στα χωράφια σήμερα; Λίγοι. Αύριο που το ζωνάρι θα είναι στην 13η τρύπα θα πάνε περισσότεροι, αλλά ελπίζω να μην είναι πάλι αργά. Είναι ανήθικο και απαράδεκτο επιχειρήσεις πληροφορικής που δεν έλαβαν ποτέ κρατικά γρόσια και που απασχολούσαν εκπληκτικούς επιστήμονες να κατεβάζουν ρολά. (Οι κρατικοδίαιτες και αυτές έκλεισαν απολύοντας κόσμο). Είναι αδιανόητο να μιλάμε συνέχεια και να λέμε βλακείες μόνο για να γεμίζει ο τηλεοπτικός και ο ραδιοφωνικός χρόνος.

Το εκπαιδευτικό σύστημα και οι δυσκαμψίες αντίληψης και εφαρμογής των νέων δεδομένων στους εργασιακούς χώρους καθιστούν δέσμια μια χώρα και ένα πραγματικά και δυνητικά αξιοθαύμαστο ανθρώπινο δυναμικό.

Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ανεξαρτήτως ηλικίας θέλουν και μπορούν να εργαστούν, συμβάλλοντας στη βελτίωση της προστιθέμενης αξίας των επιχειρηματικών και δημοσίων οικοσυστημάτων. Αυτό προϋποθέτει ότι ένα νέο παράδειγμα ή μια σειρά αλληλοσυμπληρούμενων παραδειγμάτων πρέπει να αναδυθούν.

Οι τετριμμένες “μονοκαλλιέργειες” λειτουργώντας περιοριστικά, αδυνατούν να απορροφήσουν τη νέα γνώση που γεννιέται στην Ελλάδα ή έρχεται από το εξωτερικό. Αποτέλεσμα; Οι του εξωτερικού μένουν εκτός και οι του εσωτερικού (ω του θαύματος) μένουν και αυτοί εκτός.

Οι οριζόντιες περικοπές στο δημόσιο στερούν από το δημόσιο στελέχη που έχουν και μπορούν αν δώσουν πολλά. Οι ισοπεδωτικοί κανόνες του 33/53 (προς το παρόν) και του προσυνταξιοδοτικού αποκόπτουν βίαια από την εργασία στελέχη με πολύχρονη γνώση και εμπειρία. Πολλοί από αυτούς αλήθεια ήταν εθισμένοι στον παλιό τρόπο εργασίας. Αυτό είναι έγκλημα τελικά; Πως μπήκαν; Μόνοι τους; Με ΦΕΚ διορίστηκαν. Αυτοί δεν εφάρμοσαν τόσες δεκαετίες ένα διαφορετικό σύστημα αξιολόγησης ικανό να επιβραβεύει την γνώση, την προθυμία, την οικονομικότητα και την απλόχερη και δικαιωματική εξυπηρέτηση των πολιτών;

Ένας μόνο υπάλληλος να αποχωρήσει που έχει τη γνώση και τη δυνατότητα να εφαρμόσει το νέο κύμα γνώσης, είναι άδικο γι’ αυτόν και εγκληματικό για την δημόσια διοίκηση, την κοινωνία και τη χώρα.

Το ίδιο και στον ιδιωτικό τομέα με τις απολύσεις και τις επιχειρησιακές συμβάσεις.

Κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι ζούμε στην γειτονιά των αγγέλων! Και όμως η βαρβαρότητα και η βιαιότητα των μέτρων που ακολουθούνται -για μια βραχυχρόνια ανάσα στις χρηματορροές των δημοσίων υπηρεσιών και των επιχειρήσεων- είναι καταστροφική. Πως θα αναπληρωθεί τόση χαμένη γνώση και εμπειρία;

Αντί να έχουν καλλιεργηθεί, εμπεδωθεί και εφαρμοστεί μεθοδολογίες και πρακτικές διεπιστημονικών πεδίων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού ακολουθείται ο εύκολος δρόμος της ουσιαστικής απόλυσης – με τον κατάπτυστο τρόπο της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού. Η αρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα (resilience) καθώς και η θεωρία της πολυπλοκότητας μπορούν να δώσουν τα εργαλεία για μια πιο ανθρώπινη διοίκηση. Η ευπάθεια του συστήματος δεν πρόκειται να σταματήσει με τις ασπιρίνες και τις αντικρουόμενες συνταγές των ειδημόνων. Η συστημική κρίση – αναφέρεται κυρίως για τις τράπεζες- είναι καθολική.

Η “μολυσματική” Ελλάδα, η “ισχυρότερη χώρα στον κόσμο”, ή κατ’ άλλους η χώρα “παράσιτο-μικρόβιο” κατόρθωσε να μετακινήσει τις οικονομικές τεκτονικές πλάκες σε τέτοιο βαθμό που ο πυρήνας της γης τάχιστα οδηγείται σε τήξη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν κατάφερε η μικρή Ελλάδα να θέσει σε εφαρμογή την θεωρία του Χάους, τότε οι επίγονοι του Lorenz  πρέπει να χρησιμοποιούν ως παράδειγμα όχι την πεταλούδα, αλλά τη χώρα του Έλληνα.

Οι τυφλές και οριζόντιες απολύσεις, για να επιστρέψουμε, αποσυντονίζουν τις εργασιακές ομάδες σε τέτοιο βαθμό που η ταχύτητα (φυσικής και γνωσιακής) αναπλήρωσης είναι αντιστρόφως ανάλογη της ευκολίας με την οποία αποφασίστηκε η απόλυση. Οι οργανώσεις αιμορραγούν σε σημείο θανάτου. Η ανθεκτικότητα σε αυτά τα σοκ είναι μικρή, αφού όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την αυτοεπούλωση τους σε τέτοιες ακραίες συνθήκες. Η εξωτερική χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων δεν είναι σίγουρο ότι αποδίδει και το δημόσιο – δηλαδή οι φορολογούμενοι- εξακολουθούν να πληρώνουν. Η λαγνεία της ιδιωτικοποίησης των πάντων δεν οδηγεί και στη γονιμότητα του πειράματος.

Χρειάζεται ριζική μεταστροφή του “σκέπτεσθαι” και του “πράττειν” ιδίως από τις πολιτικές, αιρετές, αλλά και τις επιχειρηματικές ηγεσίες. Σκέφτομαι τα σημερινά παιδιά του δημοτικού, πάνω σε ποιες αρχές θα εκπαιδευτούν και για ποιο σκοπό; Η ανθρωπιστική παιδεία – για να μιλήσουμε για την Ελλάδα- φαίνεται να υποχωρεί – πολύ κακώς- υπέρ μιας παιδείας που ειλικρινά ακόμη δεν έχω κατανοήσει ποιος είναι ο υπέρτατος στόχος της.

Χρειαζόμαστε μια παιδεία, μια κοινωνία και μια οικονομία όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι γρανάζι του μεταβιομηχανικού ολετήρα, αλλά σπόρος δημιουργίας στο χωράφι της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας και αυτεπίγνωσης, της πολιτικής και του πολιτισμού, του μέτρου, της δημιουργίας και της αυτοποίησης.

Αφού έχουμε αναιρέσει με την ανερμάτιστη συμπεριφορά μας το βαθύτερο είναι μας, αφού έχουμε διαρρήξει τους συνεκτικούς δεσμούς με ο’ τι και αν είναι αυτό που λέγεται ελληνισμός, οικουμενισμός, λογοδοσία και εφαρμόσιμη καινοτομία, αφού δεν έχουμε (ανα)στοχαστεί πάνω και περί του νέου παραδείγματος/ων που θέλουμε να ακολουθήσουμε ως χώρα, παρόλο που επιτέλους καταλάβαμε όλοι ότι είμαστε το αναλώσιμο πιόνι στη μεγάλη σκακιέρα και αφού δείχνουμε ακόμη ότι ο ραγιαδισμός δεν υποχώρησε, καλύτερα θα ήταν να παραδώσουμε τα κλειδιά.

Επειδή, όμως, είμαστε από τη ράτσα μας κακά σπυριά –εκτός και αν έχει επέλθει ολοκληρωτική μετάλλαξη- να εντείνουμε τη δυναμική που υπάρχει στην κοινωνία ψηφίζοντας μια νέα Χάρτα, ένα νέο Σύνταγμα μέσω Συντακτικής Βουλής πέρα από χρώματα, πέρα από την ελπίδα και τη μη ελπίδα.

Πέρα από τα ιατρικά, τα γαστριμαργικά παραδείγματα και τα λοιπά φληναφήματα ανθρώπων που έπρεπε – ανήκοντες σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και επηρεασμού της κοινής γνώμης (είτε μέσω της απασχόλησης τους, είτε λόγω της ικανότητας λήψης αποφάσεων)- να είχαν πάει σπίτι τους από καιρό, – εξοστρακισμός;- υπάρχει ανάγκη να ακούγονται στιβαρά λόγια που θα μετατρέπονται σε στέρεες αλληλοσυνδεόμενες δράσεις.

Ο καιρός των ατομικών διαπιστώσεων έχει τελειώσει. Ο καιρός της συλλογικής δράσης έφτασε. Αλλιώς, ο καιρός των τσιγγάνων γαρ εγγύς.

Advertisements

In Pockets of Booming Brazil, a Mint Idea Gains Currency (WSJ)

Standard

Towns Issue Their Own Money, Which Brings Local Discounts; Rodent on the Bills

By PAULO PRADA

SILVA JARDIM, Brazil—After school and on weekends, Carlos Leandro Peixoto de Abril sells ice cream made by his grandmother from a stoop alongside the family’s cinder-block home.

Instead of Brazilian reais, though, the 11-year-old prefers payment in capivaris—a local currency emblazoned with the face of a giant rodent. Bills in hand, Carlos then heads to a local grocer and buys ingredients, at a special discount, for another batch of grandma’s goods.

The capivari circulates only in this dusty, agricultural town 60 miles north of Rio de Janeiro. The money is an effort by the town, one of the poorest in southeastern Brazil, to encourage its 23,000 residents to spend locally.

Ten months after introduction of the capivari—named after the capybara, a pig-sized rodent common in a local river—the currency is lifting fortunes of local retailers and gnawing holes in the pockets of consumers. Capivaris pay for everything from haircuts to restaurant tabs to tithing at churches. The mayor even has plans to open a «Capivari Megastore,» where local artisans and growers can showcase wares.

The capivari is one of 63 local moneys—including bills named after the sun, cactus and the Brazil nut—now circulating in needy neighborhoods throughout Latin America’s biggest economy. The idea is gaining currency as towns seek a share of current economic growth. This month, a new local currency hit the streets in Cidade de Deus, the Rio slum that was the subject of a blockbuster film and a stop on President Barack Obama’s South American tour this year.

While equal in value to the real, local currencies gain traction because local merchants offer discounts when using them. No one is forced to quit the real, but shopkeepers say greater volumes make the markdown worthwhile.

«It brings customers through the door,» said Roseanne Augusto, manager of a Silva Jardim hardware store, where a builder one recent afternoon set aside 2,700 reais in supplies, about $1,520 worth. He then left the store, went to trade reais, and returned to pay with capivaris, saving 5%.

Capivaris are managed by a new, community-run Capivari Bank. Inside its one office, a brightly painted space the size of a small fast-food joint, are the bank’s employees, three women in their 20s.

For each of the 50,000 capivaris first circulated, Capivari Bank holds an equal number of reais on deposit at a traditional bank. Tatiana da Costa Pereira, the bank manager, says she sees as many as 60 clients a day. A local police car patrols outside and a state policeman comes in regularly.

The currency has been so successful the town ordered a second run of the notes, which bear serial numbers, watermarks and a hologram alongside the whiskered varmint.

Celma de Almeida, a garment saleswoman, says she didn’t like the capivari at first. «I thought it was hideous,» she says. «But it’s grown on me. Now it’s reais that seem ugly.»

The first local money in Brazil was the palma, or palm, which helped foster a local economy in Conjunto Palmeiras, outside Fortaleza in Brazil’s northeast.

The idea was hatched by Joaquim Melo, a former seminarian who worked as a social activist there in the 1990s. He saw a currency as a logical alternative to an experiment with neighborhood credit cards, which proved too bureaucratic for local merchants.

«They liked the idea of cash, even if it was a different sort of cash,» says Mr. Melo. A group of four small retailers that accepted the palma quickly grew to more than 200.

At first, Brazilian authorities frowned on the idea.

In 1998, just as Banco Palmas was getting under way, police with machine guns raided its tiny office, acting on a complaint from Brazil’s central bank. The palmas hadn’t yet been printed, but police seized a handwritten ledger and 100 reais.

Mr. Melo convinced the government the notes weren’t a threat to the real. Because the palma was pegged to the sovereign currency, he argued, it was as legitimate as a coupon or other proxy for legal tender.

The project drew interest from other poor communities. By 2005, the federal government came on board, getting Mr. Melo to help launch community banks across Brazil.

Silva Jardim’s mayor, Marcello Zelão, wanted residents to spend in their own community. Because so many residents work in richer towns, he says local retailers often lost out to competitors at the other end of daily commutes. «It was like even our newsstands were inferior,» he says. «Like the same newspapers had better news if bought in another town.»

With Mr. Melo’s help, the mayor organized town hall meetings and made the pitch. Locals voted on a name and hired a local designer to draw up the bills.

In November, with seed money from town coffers, capivaris rolled off the press—in denominations no greater than ten. «Big notes get hoarded,» says Mr. Zelão. «Small bills circulate.»

Locals use the capivari everywhere. Rogério Simplício Costa, priest at the town’s hilltop Catholic church, says parishioners put about 30 capivaris in the collection box during a recent Sunday mass. Nelcimar Fonseca, manager of a supermarket, says as much as 12% of sales have been in capivaris. Margareth Vieira Xavier, owner of a roofing shop, pays part of her workers’ salaries in capivaris.

«They didn’t like it at first,» she says, «but then they realized it saves money on groceries.»

In Cidade de Deus, where the new local currency is called the CDD, people are just getting used to the idea. «I’ve seen a lot of money come and go,» says Benta Neves do Nascimento, a 78-year-old resident who remembers failed currencies during Brazil’s turbulent economic past.

Her qualm with the CDD has little to do with economics, though.

«I don’t like the way it looks,» she says. That’s surprising: The likeness on the 5 CDD note is of her, a tribute to her longstanding role as a community activist and spirit healer. «If the money outlasts me, people will think I was ugly.»

(http://online.wsj.com/article/SB10001424053111904583204576542851688284590.html?mod=wsj_share_tweet)

Write to Paulo Prada at paulo.prada@wsj.com

The Future of Money (Bernard Lietaer)

Standard

Διαβάστε εδώ το The Future of Money (B. Lietaer) [παρουσίαση]