Category Archives: Οικονομία

Hire or Fire?

Standard

Στην Ελλάδα του ανολοκλήρωτου εκσυγχρονισμού και της ματαιόπονης “φυγής προς τα εμπρός” οι διαδικασίες μετασχηματισμού του ανθρώπινου δυναμικού τόσο στον ιδιωτικό, όσο και στο δημόσιο τομέα φαντάζουν χιμαιρικές και η αποτελεσματικότητά τους αλυσιτελής.

Η επίσημη ανεργία καλπάζει προς τον Αρμαγεδώνα του 20% καταδεικνύοντας την πρόδηλη αδυναμία απορρόφησης εξειδικευμένου και μη ανθρώπινου δυναμικού. Η απόσπαση  των μελλοντικών θυμάτων από το πεπρωμένο της κάρτας ανεργίας, της προσυνταξιοδότησης και της εφεδρείας φαντάζει δύσκολη. Όλοι κοιτάζουν προς το κράτος όταν αυτό είναι παντελώς αδύνατο να δημιουργήσει βιώσιμες θέσεις εργασίας σε ένα θνησιγενές περιβάλλον.

Υπάρχουν έξυπνοι τρόποι να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, είτε σε μετασχηματιζόμενους κλάδους, είτε σε ολοκληρωτικά νέους. Η αγροτική μας παραγωγή για παράδειγμα που έχει συρρικνωθεί βίαια, όπως και οι αγρότες μας, σε μονοψήφια νούμερα του εργατικού δυναμικού, μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν ξανά τη δύναμη ανάκαμψης και τη δύναμη επιβίωσης της χώρας. Σε λίγο καιρό δεν θα έχουμε να σιτιστούμε. (Πρέπει να οριοθετηθεί εκ νέου το σύστημα αγροτικής παραγωγής λαμβάνοντας υπόψη τα υποσυστήματα που αναδύονται και συνεργάζονται, αλλά και αντιπαλεύουν το δικαίωμα της χώρας στη διατροφική παραγωγή και διάθεση). Είναι ανήθικο και απαράδεκτο να εισάγουμε αγροτικά προϊόντα τα χωράφια μας να χειμάζουν και οι άνεργοι να πληθαίνουν. Θα μου πείτε ποιος πάει στα χωράφια σήμερα; Λίγοι. Αύριο που το ζωνάρι θα είναι στην 13η τρύπα θα πάνε περισσότεροι, αλλά ελπίζω να μην είναι πάλι αργά. Είναι ανήθικο και απαράδεκτο επιχειρήσεις πληροφορικής που δεν έλαβαν ποτέ κρατικά γρόσια και που απασχολούσαν εκπληκτικούς επιστήμονες να κατεβάζουν ρολά. (Οι κρατικοδίαιτες και αυτές έκλεισαν απολύοντας κόσμο). Είναι αδιανόητο να μιλάμε συνέχεια και να λέμε βλακείες μόνο για να γεμίζει ο τηλεοπτικός και ο ραδιοφωνικός χρόνος.

Το εκπαιδευτικό σύστημα και οι δυσκαμψίες αντίληψης και εφαρμογής των νέων δεδομένων στους εργασιακούς χώρους καθιστούν δέσμια μια χώρα και ένα πραγματικά και δυνητικά αξιοθαύμαστο ανθρώπινο δυναμικό.

Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες ανεξαρτήτως ηλικίας θέλουν και μπορούν να εργαστούν, συμβάλλοντας στη βελτίωση της προστιθέμενης αξίας των επιχειρηματικών και δημοσίων οικοσυστημάτων. Αυτό προϋποθέτει ότι ένα νέο παράδειγμα ή μια σειρά αλληλοσυμπληρούμενων παραδειγμάτων πρέπει να αναδυθούν.

Οι τετριμμένες “μονοκαλλιέργειες” λειτουργώντας περιοριστικά, αδυνατούν να απορροφήσουν τη νέα γνώση που γεννιέται στην Ελλάδα ή έρχεται από το εξωτερικό. Αποτέλεσμα; Οι του εξωτερικού μένουν εκτός και οι του εσωτερικού (ω του θαύματος) μένουν και αυτοί εκτός.

Οι οριζόντιες περικοπές στο δημόσιο στερούν από το δημόσιο στελέχη που έχουν και μπορούν αν δώσουν πολλά. Οι ισοπεδωτικοί κανόνες του 33/53 (προς το παρόν) και του προσυνταξιοδοτικού αποκόπτουν βίαια από την εργασία στελέχη με πολύχρονη γνώση και εμπειρία. Πολλοί από αυτούς αλήθεια ήταν εθισμένοι στον παλιό τρόπο εργασίας. Αυτό είναι έγκλημα τελικά; Πως μπήκαν; Μόνοι τους; Με ΦΕΚ διορίστηκαν. Αυτοί δεν εφάρμοσαν τόσες δεκαετίες ένα διαφορετικό σύστημα αξιολόγησης ικανό να επιβραβεύει την γνώση, την προθυμία, την οικονομικότητα και την απλόχερη και δικαιωματική εξυπηρέτηση των πολιτών;

Ένας μόνο υπάλληλος να αποχωρήσει που έχει τη γνώση και τη δυνατότητα να εφαρμόσει το νέο κύμα γνώσης, είναι άδικο γι’ αυτόν και εγκληματικό για την δημόσια διοίκηση, την κοινωνία και τη χώρα.

Το ίδιο και στον ιδιωτικό τομέα με τις απολύσεις και τις επιχειρησιακές συμβάσεις.

Κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι ζούμε στην γειτονιά των αγγέλων! Και όμως η βαρβαρότητα και η βιαιότητα των μέτρων που ακολουθούνται -για μια βραχυχρόνια ανάσα στις χρηματορροές των δημοσίων υπηρεσιών και των επιχειρήσεων- είναι καταστροφική. Πως θα αναπληρωθεί τόση χαμένη γνώση και εμπειρία;

Αντί να έχουν καλλιεργηθεί, εμπεδωθεί και εφαρμοστεί μεθοδολογίες και πρακτικές διεπιστημονικών πεδίων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού ακολουθείται ο εύκολος δρόμος της ουσιαστικής απόλυσης – με τον κατάπτυστο τρόπο της επιστολής στο γραμματοκιβώτιο του σπιτιού. Η αρμοστικότητα και η ανθεκτικότητα (resilience) καθώς και η θεωρία της πολυπλοκότητας μπορούν να δώσουν τα εργαλεία για μια πιο ανθρώπινη διοίκηση. Η ευπάθεια του συστήματος δεν πρόκειται να σταματήσει με τις ασπιρίνες και τις αντικρουόμενες συνταγές των ειδημόνων. Η συστημική κρίση – αναφέρεται κυρίως για τις τράπεζες- είναι καθολική.

Η “μολυσματική” Ελλάδα, η “ισχυρότερη χώρα στον κόσμο”, ή κατ’ άλλους η χώρα “παράσιτο-μικρόβιο” κατόρθωσε να μετακινήσει τις οικονομικές τεκτονικές πλάκες σε τέτοιο βαθμό που ο πυρήνας της γης τάχιστα οδηγείται σε τήξη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν κατάφερε η μικρή Ελλάδα να θέσει σε εφαρμογή την θεωρία του Χάους, τότε οι επίγονοι του Lorenz  πρέπει να χρησιμοποιούν ως παράδειγμα όχι την πεταλούδα, αλλά τη χώρα του Έλληνα.

Οι τυφλές και οριζόντιες απολύσεις, για να επιστρέψουμε, αποσυντονίζουν τις εργασιακές ομάδες σε τέτοιο βαθμό που η ταχύτητα (φυσικής και γνωσιακής) αναπλήρωσης είναι αντιστρόφως ανάλογη της ευκολίας με την οποία αποφασίστηκε η απόλυση. Οι οργανώσεις αιμορραγούν σε σημείο θανάτου. Η ανθεκτικότητα σε αυτά τα σοκ είναι μικρή, αφού όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν είχαν ληφθεί μέτρα για την αυτοεπούλωση τους σε τέτοιες ακραίες συνθήκες. Η εξωτερική χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων δεν είναι σίγουρο ότι αποδίδει και το δημόσιο – δηλαδή οι φορολογούμενοι- εξακολουθούν να πληρώνουν. Η λαγνεία της ιδιωτικοποίησης των πάντων δεν οδηγεί και στη γονιμότητα του πειράματος.

Χρειάζεται ριζική μεταστροφή του “σκέπτεσθαι” και του “πράττειν” ιδίως από τις πολιτικές, αιρετές, αλλά και τις επιχειρηματικές ηγεσίες. Σκέφτομαι τα σημερινά παιδιά του δημοτικού, πάνω σε ποιες αρχές θα εκπαιδευτούν και για ποιο σκοπό; Η ανθρωπιστική παιδεία – για να μιλήσουμε για την Ελλάδα- φαίνεται να υποχωρεί – πολύ κακώς- υπέρ μιας παιδείας που ειλικρινά ακόμη δεν έχω κατανοήσει ποιος είναι ο υπέρτατος στόχος της.

Χρειαζόμαστε μια παιδεία, μια κοινωνία και μια οικονομία όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι γρανάζι του μεταβιομηχανικού ολετήρα, αλλά σπόρος δημιουργίας στο χωράφι της ανθρώπινης αυτοσυνειδησίας και αυτεπίγνωσης, της πολιτικής και του πολιτισμού, του μέτρου, της δημιουργίας και της αυτοποίησης.

Αφού έχουμε αναιρέσει με την ανερμάτιστη συμπεριφορά μας το βαθύτερο είναι μας, αφού έχουμε διαρρήξει τους συνεκτικούς δεσμούς με ο’ τι και αν είναι αυτό που λέγεται ελληνισμός, οικουμενισμός, λογοδοσία και εφαρμόσιμη καινοτομία, αφού δεν έχουμε (ανα)στοχαστεί πάνω και περί του νέου παραδείγματος/ων που θέλουμε να ακολουθήσουμε ως χώρα, παρόλο που επιτέλους καταλάβαμε όλοι ότι είμαστε το αναλώσιμο πιόνι στη μεγάλη σκακιέρα και αφού δείχνουμε ακόμη ότι ο ραγιαδισμός δεν υποχώρησε, καλύτερα θα ήταν να παραδώσουμε τα κλειδιά.

Επειδή, όμως, είμαστε από τη ράτσα μας κακά σπυριά –εκτός και αν έχει επέλθει ολοκληρωτική μετάλλαξη- να εντείνουμε τη δυναμική που υπάρχει στην κοινωνία ψηφίζοντας μια νέα Χάρτα, ένα νέο Σύνταγμα μέσω Συντακτικής Βουλής πέρα από χρώματα, πέρα από την ελπίδα και τη μη ελπίδα.

Πέρα από τα ιατρικά, τα γαστριμαργικά παραδείγματα και τα λοιπά φληναφήματα ανθρώπων που έπρεπε – ανήκοντες σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης και επηρεασμού της κοινής γνώμης (είτε μέσω της απασχόλησης τους, είτε λόγω της ικανότητας λήψης αποφάσεων)- να είχαν πάει σπίτι τους από καιρό, – εξοστρακισμός;- υπάρχει ανάγκη να ακούγονται στιβαρά λόγια που θα μετατρέπονται σε στέρεες αλληλοσυνδεόμενες δράσεις.

Ο καιρός των ατομικών διαπιστώσεων έχει τελειώσει. Ο καιρός της συλλογικής δράσης έφτασε. Αλλιώς, ο καιρός των τσιγγάνων γαρ εγγύς.

In Pockets of Booming Brazil, a Mint Idea Gains Currency (WSJ)

Standard

Towns Issue Their Own Money, Which Brings Local Discounts; Rodent on the Bills

By PAULO PRADA

SILVA JARDIM, Brazil—After school and on weekends, Carlos Leandro Peixoto de Abril sells ice cream made by his grandmother from a stoop alongside the family’s cinder-block home.

Instead of Brazilian reais, though, the 11-year-old prefers payment in capivaris—a local currency emblazoned with the face of a giant rodent. Bills in hand, Carlos then heads to a local grocer and buys ingredients, at a special discount, for another batch of grandma’s goods.

The capivari circulates only in this dusty, agricultural town 60 miles north of Rio de Janeiro. The money is an effort by the town, one of the poorest in southeastern Brazil, to encourage its 23,000 residents to spend locally.

Ten months after introduction of the capivari—named after the capybara, a pig-sized rodent common in a local river—the currency is lifting fortunes of local retailers and gnawing holes in the pockets of consumers. Capivaris pay for everything from haircuts to restaurant tabs to tithing at churches. The mayor even has plans to open a «Capivari Megastore,» where local artisans and growers can showcase wares.

The capivari is one of 63 local moneys—including bills named after the sun, cactus and the Brazil nut—now circulating in needy neighborhoods throughout Latin America’s biggest economy. The idea is gaining currency as towns seek a share of current economic growth. This month, a new local currency hit the streets in Cidade de Deus, the Rio slum that was the subject of a blockbuster film and a stop on President Barack Obama’s South American tour this year.

While equal in value to the real, local currencies gain traction because local merchants offer discounts when using them. No one is forced to quit the real, but shopkeepers say greater volumes make the markdown worthwhile.

«It brings customers through the door,» said Roseanne Augusto, manager of a Silva Jardim hardware store, where a builder one recent afternoon set aside 2,700 reais in supplies, about $1,520 worth. He then left the store, went to trade reais, and returned to pay with capivaris, saving 5%.

Capivaris are managed by a new, community-run Capivari Bank. Inside its one office, a brightly painted space the size of a small fast-food joint, are the bank’s employees, three women in their 20s.

For each of the 50,000 capivaris first circulated, Capivari Bank holds an equal number of reais on deposit at a traditional bank. Tatiana da Costa Pereira, the bank manager, says she sees as many as 60 clients a day. A local police car patrols outside and a state policeman comes in regularly.

The currency has been so successful the town ordered a second run of the notes, which bear serial numbers, watermarks and a hologram alongside the whiskered varmint.

Celma de Almeida, a garment saleswoman, says she didn’t like the capivari at first. «I thought it was hideous,» she says. «But it’s grown on me. Now it’s reais that seem ugly.»

The first local money in Brazil was the palma, or palm, which helped foster a local economy in Conjunto Palmeiras, outside Fortaleza in Brazil’s northeast.

The idea was hatched by Joaquim Melo, a former seminarian who worked as a social activist there in the 1990s. He saw a currency as a logical alternative to an experiment with neighborhood credit cards, which proved too bureaucratic for local merchants.

«They liked the idea of cash, even if it was a different sort of cash,» says Mr. Melo. A group of four small retailers that accepted the palma quickly grew to more than 200.

At first, Brazilian authorities frowned on the idea.

In 1998, just as Banco Palmas was getting under way, police with machine guns raided its tiny office, acting on a complaint from Brazil’s central bank. The palmas hadn’t yet been printed, but police seized a handwritten ledger and 100 reais.

Mr. Melo convinced the government the notes weren’t a threat to the real. Because the palma was pegged to the sovereign currency, he argued, it was as legitimate as a coupon or other proxy for legal tender.

The project drew interest from other poor communities. By 2005, the federal government came on board, getting Mr. Melo to help launch community banks across Brazil.

Silva Jardim’s mayor, Marcello Zelão, wanted residents to spend in their own community. Because so many residents work in richer towns, he says local retailers often lost out to competitors at the other end of daily commutes. «It was like even our newsstands were inferior,» he says. «Like the same newspapers had better news if bought in another town.»

With Mr. Melo’s help, the mayor organized town hall meetings and made the pitch. Locals voted on a name and hired a local designer to draw up the bills.

In November, with seed money from town coffers, capivaris rolled off the press—in denominations no greater than ten. «Big notes get hoarded,» says Mr. Zelão. «Small bills circulate.»

Locals use the capivari everywhere. Rogério Simplício Costa, priest at the town’s hilltop Catholic church, says parishioners put about 30 capivaris in the collection box during a recent Sunday mass. Nelcimar Fonseca, manager of a supermarket, says as much as 12% of sales have been in capivaris. Margareth Vieira Xavier, owner of a roofing shop, pays part of her workers’ salaries in capivaris.

«They didn’t like it at first,» she says, «but then they realized it saves money on groceries.»

In Cidade de Deus, where the new local currency is called the CDD, people are just getting used to the idea. «I’ve seen a lot of money come and go,» says Benta Neves do Nascimento, a 78-year-old resident who remembers failed currencies during Brazil’s turbulent economic past.

Her qualm with the CDD has little to do with economics, though.

«I don’t like the way it looks,» she says. That’s surprising: The likeness on the 5 CDD note is of her, a tribute to her longstanding role as a community activist and spirit healer. «If the money outlasts me, people will think I was ugly.»

(http://online.wsj.com/article/SB10001424053111904583204576542851688284590.html?mod=wsj_share_tweet)

Write to Paulo Prada at paulo.prada@wsj.com

Εκπομπές φωτός μέσα στο σκοτάδι: Ανήλιαγη Γεωργία

Standard

Το άρθρο που παρατίθεται από τον Independent περιγράφει τις προσπάθειες που γίνονται σε διεθνές ερευνητικό/πρακτικό/επιχειρηματικό π

©independent.co.uk

εδίο της γεωργίας και της διατροφής γενικότερα. Οι εταιρείες PlantLabVertiCropNuvege και Alpha Farm  που αναφέρονται στο άρθρο έχουν ξεκινήσει μεθοδολογίες κάθετης γεωργίας για παραγωγή που δεν χρειάζεται ηλιακό φως (PlantLab) ή κάθετες καλλιέργειες που σε ελάχιστο χώρο παράγουν σαν να έχουν δεκάδες στρέμματα στην διάθεσή τους (VeriCrop). 

παραθέτουμε το άρθρο όχι μόνο για να προβάλλουμε τις εξελίξεις στο χώρο της γεωργίας, αλλά και για να επισημάνουμε στους Έλληνες αγρότες και ειδικά αυτών των δυναμικών καλλιεργειών ότι σιγά σιγά το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του ηλιακού φωτός που έχουμε ως χώρα ίσως κάποια στιγμή στο μέλλον εκλείψει.

Θα προσπαθήσουμε σύντομα να το παρουσιάσουμε μεταφρασμένο στα ελληνικά.

Σημασία έχει ότι υπάρχουν πλέον τεχνολογίες που με υπεριώδεις ακτινοβολίες μπορούν να ανταγωνιστούν σε ταχύτητα και απόδοση τα ελληνικά προϊόντα. Έτσι, μια κάθετη υπεριώδης καλλιέργεια σε μια βόρεια χώρα μπορεί να παραμερίζει τις Ελληνικές ή ακόμη και τις άλλες μεσογειακές καλλιέργειες και τα προϊόντα που παράγονται. Απειλές και ευκαιρίες ξανά μαζί.

Όταν πριν απο μερικά χρόνια μιλούσαμε σε ένα συνεταιρισμό για ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και νέες τεχνολογίες που ακούγονταν εξωπραγματικά γέλασαν με την ψυχή τους! Όταν είδαν τους επάλληλους κύκλους ανάπτυξης και προώθησης ενός προϊόντος κοιτάζονταν και μας κοιτούσαν καχύποπτα. Όταν πουλήθηκε μια παλέτα για 0,5 € φθηνότερα το κιλό έγινε μεσανατολικό. Σε λίγο καιρό που δεν θα μπορούμε να ανταγωνιστούμε καν τις νέες τεχνολογίες και την καθετοποίηση γιατί ως αυτοκράτορες της οικείας γνώμης είμαστε όλοι εν δυνάμει βασιλιάδες θα έχουν χαθεί και άλλες αγορές. Τουλάχιστον ας γίνει προσπάθεια να γίνει branding ως προϊόντα εξαιρετικής ποιότητας. Αν οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται τα προϊόντα ως ομοιογενή ή ως μη χρήζοντα premium τιμής τότε ένα δυναμικό κομμάτι ελληνικών εξαγωγών θα έχει χάσει την θέση του.

Από τώρα πρέπει να διαβλεφθούν οι τάσεις και αν όχι να δημιουργηθούν προσεχτικά ως υπόβαθρο επιβίωσης των ελλήνων αγροτών (όσοι έμειναν0 στα επόμενα χρόνια.

Με τη χρήση λαμπών LED που εξελίσσονται συνεχώς, τα φυτά σαν σε solarium θα ωριμάζουν και θα διοχετεύονται άμεσα στις αγορές του εξωτερικού.

Γρηγορείτε!

Shoots in the dark: Farming without sunlight

It’s more efficient, reduces transport costs and won’t fail because of the weather. Is farming without sunlight the future of food?

By Hal Hodson

Monday, 26 September 2011

Sunlight. It is the foundation of life on Earth, the daily pacemaker of human existence and, with the exception of geothermal, the basis for all energy consumed on our little marble. Without it, Earth would be cold, dark, and unrecognisable.

Light’s contribution to food is particularly important. Crop plants use it to convert carbon dioxide and water into sugars and oxygen, for eating and breathing respectively. It’s our most precious chemical reaction but, as global population diverges from the planet’s ability to feed it, one group of Dutch scientists thinks we need a new approach. This approach isn’t to meddle with genes, or to plug extra fertiliser into nitrate-soaked soils. The Dutch group, called PlantLab, have scrapped sunlight altogether.

«The plants look black,» says Gertjan Meeuws, one of the five-strong team. That’s not because they’re rotten or genetically engineered, it’s because they are bathed solely in blue and red light – there is no green light in the PlantLab (http://www.plantlab.nl/4.0/) hanger for the plants to reflect.

The hanger looks like something a character in Blade Runner might have dreamt about. Huge sliding trays of leafy greens (blacks), are tended by an army of robotic arms, and given, according to Meeuws, precisely what they need to thrive. He and his team have been studying plants since 1989, working to better understand their needs and to make the growing process more efficient. They are scientists and engineers, not just businessmen.

«Growing in an open field or greenhouse is not enabling plants to maximise their potential,» Meeuws says. «You have to look at our system as taking two steps at once. Firstly, we grow plants in totally controlled conditions – plant paradise as we call it. The second step is placing these nurseries right at the end of the supply chain, to produce around the corner from the consumer.»

PlantLabs’s controlled conditions are underpinned by some interesting physics. Plants are green because they reflect green light, meaning those specific wavelengths are not involved in the process of photosynthesis. If you tried to grow a tomato plant under a green light, it would die. In the process of reflection, the plant heats up. Like humans, plants have a mechanism for cooling down, but it costs energy which the plant would otherwise use to grow.

«Plants have a very intelligent way of cooling themselves,» Meeuws explains. «They take up water through their roots and evaporate it through their leaves. Energy is needed for evaporation, and this energy is taken from the leaves, cooling the plant.»

By giving the plants only blue and red light, Plant Lab can avoid heating its plants up unnecessarily, leaving more energy for growth. The atmosphere in the underground hanger is completely controlled for the same reason – to give plants the ideal conditions for growth, rarely found in the real world.

Although there are technical kinks behind farming in the dark, the potential benefits are broad: more nutritious produce, eradicated air-miles, year- round access to fresh vegetables, in any environment on earth. «We have been talking to people in winter sport areas. In the seasons where those areas have the most guests, they have no real fresh salads. It’s a very interesting idea to serve really fresh, just-picked salads right where the consumers are,» Meeuws says.

Human convenience factors are important, but not fundamental. Water is fundamental, and it’s one resource that PlantLab’s vertical farm does a very good job of conserving. Meeuws says that PlantLab’s system uses 90 per cent less water than conventional open-field growing. The only water which ever leaves the facility is in the form of plant matter for human consumption. The rest – run off and evaporation – is collected and fed back into the system.

«Water savings are probably the most important part of our work,» Meeuws says. «Water will be more important in the future than energy.»

Another benefit of growing indoors is the flexibility it allows for the grower. Dixon Despommier, a microbiologist from Columbia University and the blue-sky thinker behind the vertical farm, puts it: «Let’s say you have a breakdown in your growing system. When is the next opportunity for an outdoor farmer? Next year. The opportunity for an indoor farmer is tomorrow.»

This agility is down to the increased number of available growing hours for the indoor farmer. Meeuws gives a rough calculation: «In our climate, there are maybe 1,000 or 1,500 growing hours a year. When you go to the equator, they have a lot of sunlight, but it’s so hot that the plants can’t breathe properly. In our system we can give light to plants 24 hours a day, but it’s usually 20 hours, to let them sleep.»

Twenty hours a day, every day of the year amounts to 7,300 hours of growing time, a five-fold improvement over relying on natural light. Vertical farming comes with the bonus of easing the strain on diminishing agricultural real estate, perhaps even allowing for «re-wilding» of swathes of land previously dedicated to cucumbers.

But, as Kevin Frediani, puts it, «we’re not there yet». Frediani is the man behind VertiCrop, (http://www.verticrop.com/ ) a vertical farming experiment adjoined to Paignton Zoo in Devon, where he is the curator of plants and gardens. His project, which has run for three years, backs up PlantLab’s numbers for water savings, which Frediani says can be pushed as low as 4-6 per cent of conventional use.

Energy use is usually the number one concern among vertical farming naysayers. Everyone knows the story of the tomatoes, grown in British greenhouses and polythene tunnels, which, due to the cost of heating, actually have a larger carbon footprint than those shipped more than a thousand miles from Spain. Similar concerns surround the idea of artificially lighting and heating acres of underground crops.

The financial and energetic costs are big, but new technologies can help. By growing the plants in an insulated environment, temperature is easier and cheaper to control; polythene tunnels and glasshouses are rubbish at keeping heat in or cold out.

A new generation of lightbulbs are answering the lighting question too. Humanity has been stuck on the glowing strip of metal passing an electric current since Edison made the idea a commercial reality in 1879. New light sources – LEDs, high-pressure sodium lamps and fluorescent bulbs – cost less to run, and in the case of LEDs can deliver the exact colour of light which PlantLab requires.

Technology aside, there is the issue of public perception. Another step «away from nature», further removing ourselves from our hunter-gatherer ancestors, might not be popular with some sectors of the green contingent, but Meeuws has an answer for this too. «We have to let technology come into our lives where it concerns food production. A cell phone is normal, intensive care in hospitals is normal, and accordingly technology will be normal in order to save our world by producing food in a smart way.»

Frediani’s VertiCrop is one of the best examples of that «smart way». If you head to dinosaur country, south-west England, you’ll find Frediani tucked away in the centre of Paignton Zoo, surrounded by the whirring and dripping of the UK’s first attempt at growing vertical crops.

Made from re-purposed manufacturing line equipment which was designed for making JCB engines, Frediani’s farm consists of multiple stacks of shelves which rotate around the room, sharing the sun. While the system uses natural light rather than LEDs, Frediani says it has shown that vertical farming is viable.

«As a pilot project, what it’s demonstrated is that food can be grown in urban areas that are higher density, and at a lower embedded energy than we currently do growing it far away from cities. If you can put your food supply into your packing house and put your packing house into your distribution centre, and pack all that into the building people are living in, there’s got to be an advantage in that,» he says.

He compares Paignton’s VertiCrop pilot to the earliest cars: «You wouldn’t want to drive at 4mph behind a man holding a red flag, but you might drive a new Mercedes on modern highways – and it’s the same with this technology.»

For the moment, he also has his doubts about LED-only growing. He points to a beautiful crisp lettuce as it trundles by on its carousel. «That red tinge only comes when you grow lettuce under the full spectrum of natural light,» he says. He adds that light from current LEDs peters out after about 30cm, severely limiting what can be done in an all-LED set-up.

But technology and knowledge tend to improve, and one day we may know the exact absorption spectrum for each and every crop we grow. Within five years, Frediani sees LEDs becoming good enough and cheap enough to provide plants with all the light they need. His set-up is pretty good right now, even if not on a commercial scale. «Try a bit of rocket,» he suggests. I nip a leaf off with my thumbnail and bite. It’s hot and crisp, perfect. My mouth tingles, and we eat some more.

A lettuce that doesn’t need to be washed

The concept of vertical farming has reached as far as Kyoto, Japan. There, a company called Nuvege (http://www.nuvege.com/ ) – whose website is adorned by what appear to be elemental fairies – runs four stories of stacked vertical growing platforms. It’s main product seems to be lettuce, which is a good crop for indoor farming as the entire photosynthetic surface can be eaten, making the operation more efficient. According to its website, Nuvege grows its lettuce without soil, resulting in zero pests or soil-borne contaminants.

Closer to home, a vertical farming project is under way in Manchester. Launched this summer by Dickson Despommier, Alpha Farm, (http://members.pioneer.net/~alpha/ ) which is a part of the Manchester International Festival, aims to be producing food by 2013.

(Πηγή) : The Independent (http://www.independent.co.uk/news/science/shoots-in-the-dark-farming-without-sunlight-2360833.html)