Category Archives: Αρμοστικότητα

In Pockets of Booming Brazil, a Mint Idea Gains Currency (WSJ)

Standard

Towns Issue Their Own Money, Which Brings Local Discounts; Rodent on the Bills

By PAULO PRADA

SILVA JARDIM, Brazil—After school and on weekends, Carlos Leandro Peixoto de Abril sells ice cream made by his grandmother from a stoop alongside the family’s cinder-block home.

Instead of Brazilian reais, though, the 11-year-old prefers payment in capivaris—a local currency emblazoned with the face of a giant rodent. Bills in hand, Carlos then heads to a local grocer and buys ingredients, at a special discount, for another batch of grandma’s goods.

The capivari circulates only in this dusty, agricultural town 60 miles north of Rio de Janeiro. The money is an effort by the town, one of the poorest in southeastern Brazil, to encourage its 23,000 residents to spend locally.

Ten months after introduction of the capivari—named after the capybara, a pig-sized rodent common in a local river—the currency is lifting fortunes of local retailers and gnawing holes in the pockets of consumers. Capivaris pay for everything from haircuts to restaurant tabs to tithing at churches. The mayor even has plans to open a «Capivari Megastore,» where local artisans and growers can showcase wares.

The capivari is one of 63 local moneys—including bills named after the sun, cactus and the Brazil nut—now circulating in needy neighborhoods throughout Latin America’s biggest economy. The idea is gaining currency as towns seek a share of current economic growth. This month, a new local currency hit the streets in Cidade de Deus, the Rio slum that was the subject of a blockbuster film and a stop on President Barack Obama’s South American tour this year.

While equal in value to the real, local currencies gain traction because local merchants offer discounts when using them. No one is forced to quit the real, but shopkeepers say greater volumes make the markdown worthwhile.

«It brings customers through the door,» said Roseanne Augusto, manager of a Silva Jardim hardware store, where a builder one recent afternoon set aside 2,700 reais in supplies, about $1,520 worth. He then left the store, went to trade reais, and returned to pay with capivaris, saving 5%.

Capivaris are managed by a new, community-run Capivari Bank. Inside its one office, a brightly painted space the size of a small fast-food joint, are the bank’s employees, three women in their 20s.

For each of the 50,000 capivaris first circulated, Capivari Bank holds an equal number of reais on deposit at a traditional bank. Tatiana da Costa Pereira, the bank manager, says she sees as many as 60 clients a day. A local police car patrols outside and a state policeman comes in regularly.

The currency has been so successful the town ordered a second run of the notes, which bear serial numbers, watermarks and a hologram alongside the whiskered varmint.

Celma de Almeida, a garment saleswoman, says she didn’t like the capivari at first. «I thought it was hideous,» she says. «But it’s grown on me. Now it’s reais that seem ugly.»

The first local money in Brazil was the palma, or palm, which helped foster a local economy in Conjunto Palmeiras, outside Fortaleza in Brazil’s northeast.

The idea was hatched by Joaquim Melo, a former seminarian who worked as a social activist there in the 1990s. He saw a currency as a logical alternative to an experiment with neighborhood credit cards, which proved too bureaucratic for local merchants.

«They liked the idea of cash, even if it was a different sort of cash,» says Mr. Melo. A group of four small retailers that accepted the palma quickly grew to more than 200.

At first, Brazilian authorities frowned on the idea.

In 1998, just as Banco Palmas was getting under way, police with machine guns raided its tiny office, acting on a complaint from Brazil’s central bank. The palmas hadn’t yet been printed, but police seized a handwritten ledger and 100 reais.

Mr. Melo convinced the government the notes weren’t a threat to the real. Because the palma was pegged to the sovereign currency, he argued, it was as legitimate as a coupon or other proxy for legal tender.

The project drew interest from other poor communities. By 2005, the federal government came on board, getting Mr. Melo to help launch community banks across Brazil.

Silva Jardim’s mayor, Marcello Zelão, wanted residents to spend in their own community. Because so many residents work in richer towns, he says local retailers often lost out to competitors at the other end of daily commutes. «It was like even our newsstands were inferior,» he says. «Like the same newspapers had better news if bought in another town.»

With Mr. Melo’s help, the mayor organized town hall meetings and made the pitch. Locals voted on a name and hired a local designer to draw up the bills.

In November, with seed money from town coffers, capivaris rolled off the press—in denominations no greater than ten. «Big notes get hoarded,» says Mr. Zelão. «Small bills circulate.»

Locals use the capivari everywhere. Rogério Simplício Costa, priest at the town’s hilltop Catholic church, says parishioners put about 30 capivaris in the collection box during a recent Sunday mass. Nelcimar Fonseca, manager of a supermarket, says as much as 12% of sales have been in capivaris. Margareth Vieira Xavier, owner of a roofing shop, pays part of her workers’ salaries in capivaris.

«They didn’t like it at first,» she says, «but then they realized it saves money on groceries.»

In Cidade de Deus, where the new local currency is called the CDD, people are just getting used to the idea. «I’ve seen a lot of money come and go,» says Benta Neves do Nascimento, a 78-year-old resident who remembers failed currencies during Brazil’s turbulent economic past.

Her qualm with the CDD has little to do with economics, though.

«I don’t like the way it looks,» she says. That’s surprising: The likeness on the 5 CDD note is of her, a tribute to her longstanding role as a community activist and spirit healer. «If the money outlasts me, people will think I was ugly.»

(http://online.wsj.com/article/SB10001424053111904583204576542851688284590.html?mod=wsj_share_tweet)

Write to Paulo Prada at paulo.prada@wsj.com

Advertisements

The Future of Money (Bernard Lietaer)

Standard

Διαβάστε εδώ το The Future of Money (B. Lietaer) [παρουσίαση]

Σοφία, Αγάπη, Πίστη και Ελπίδα εφάπαξ, Ζωή με δόσεις

Standard

Ετοιμάζεται να αποχωρήσει από τη σκηνή και ο Σεπτέμβριος! Κάποτε ήταν ο μήνας που έρχονταν με το μούστο και τα σταφύλια στα πατητήρια.., τα παιδικά χαμόγελα στις αυλές και στις αίθουσες των σχολείων, την Ίνδικτο, την σπορά της γης, την επιστροφή από τις ήρεμες μέρες του Αυγούστου και άλλα πολλά και μοναδικά χαρίσματα του Φθινοπώρου. Αυτά παλαιότερα.

Τώρα, τα σταφύλια συνθλίβονται στις μηχανικές πρέσες, η εκπαίδευση ξεκινάει με γκρίνια, αλήθεια «τι είναι η Ίνδικτος;», οι επιτήδειοι κλέβουν εν τω μέσω της νυκτός τα φυτεμένα στη γη φυτά μεταφυτεύοντάς τα στα δικά τους χωράφια, επιστρατεύοντας τεχνικές και μεθόδους πρωτόφαντες, ο κόσμος ωρύεται για τα τέλη και το γενικότερο δύσθυμο κλίμα. Αυτά εν έτει 2011.

Η ουσία είναι μια καθοριστική και αδιάψευστη: Έχει χαθεί το Μέτρο. Έχει χαθεί το γέλιο και η αισιοδοξία. Η χώρα εγκλωβισμένη στα ίδια της τα λάθη πληρώνει δυσβάστακτο αντίτιμο για μια σωτηρία που αργεί.

Σοφίας, Αγάπης, Πίστεως και Ελπίδος εχθές. Αλλά αυτά ήταν χθες; Σήμερα; Που είναι η σοφία του λαού (του μέσου έλληνα πολίτη, που λένε διαρκώς πιπιλίζοντας αυτόν τον ανόητο όρο λες και ο πολίτης και ο άνθρωπος χωράνε στο μέσο της Γκαουσιανής κωδωνοειδούς καμπύλης); Που είναι η Αγάπη από όλους προς όλους; Ή από κάποιους στον συνάνθρωπο;  Που είναι η πίστη στις δυνάμεις και στις δυνατότητές μας ότι μπορούμε και θέλουμε πραγματικά να τα καταφέρουμε; Που βρίσκεται τέλος η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο για τη χώρα για μας και τα παιδιά μας;

Στην “αφράγκου και ανερματίστου γωνία” πλανόδιοι πουλάνε όνειρα και μαλλί της γριάς σε μια κοινωνία που προ πολλού απώλεσε την παιδικότητα, την ανθρωπιά και την ικανότητα να σκέφτεται με λογική και μ’ όνειρο.

Αυτές τις δύσκολες μέρες του Σεπτέμβρη, που θα γίνουν δυσκολότερες καλούμαστε να φάμε το μάτι του Πολύφημου. Δηλαδή του κακού μας εαυτού. Όμως,  τα ηρωικά χρόνια εξοβελίστηκαν από τον Πλάτωνα με τις ιδέες και την σπηλιά. Οι μετέπειτα δισχιλιόχρονοι ηρωισμοί παραμένουν πλέον για προσωπική χρήση και μόνο, μη καταδεικνύοντας την θυσία αυτών που έθεσαν τις βάσεις για την σύγχρονη Ελλάδα. Κοιτούσα χθες σε ένα δρόμο την οδονυμική σήμανση αναγράφουσα: “Ρήγας Φεραίος-Διαφωτιστής”. Ο Φεραίος δεν ήταν μόνο Διαφωτιστής. Ήταν πολλά. Και σίγουρα ήταν Ήρωας. Όχι σαν αυτούς με τα κολάν των Mondy Pythons. Αλλά από τους άλλους. Αυτούς που υπερασπίζονται το θάρρος της γνώμης τους και την ανάγκη υποστήριξης του Δίκαιου με το αίμα τους. Διαχρονικά!

Δυστυχώς, ζούμε ξανά μια περίοδο στερούμενης δικαίου, μιας περιόδου που χρειάζεται στο χωροχρόνο να αναστοχαστεί το ποια είναι η χώρα, ποια η θέση μας μέσα σε αυτή και ποιες οι σχέσεις μας με τους γύρω. Ο Κώστας Λογαράς αναζητά μια σχέση με το χώρο και τη χώρα (Βήμα 18/9) και αποτυπώνει πλέρια το τι γίνεται και το τι πρέπει να γίνει.

Τα πράγματα είναι όντως πιο δύσκολα από ότι φαίνονται. Και δεν αναφερόμαστε στις δόσεις του Κράτους και των πολιτών που μετά δυσκολίας καταβάλλονται, αλλά στην ανάγκη να ενδυναμώσουμε τις ζωές μας και τις κοινωνίες μας με αντίβαρα ηθικής και πολιτισμικής αξίας, ικανά να αντισταθούν στην οικονομική λαίλαπα. Τα χωριά μας σβήνουν. Οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι αυτοί που εγγυώνται την βιωσιμότητα του τόπου, υποθηκεύονται με τρόπο ανάξιο, όχι από τους ξένους –το ατέρμονο σύμπλεγμα του νεοέλληνα-, αλλά από τους ίδιους μας τους εαυτούς. Η ύπαιθρος μας, αυτή η πραγματική μάνα που τάιζε όλα τα παιδιά της και φυλούσε προσεχτικά το πλεόνασμα –αν και όπου υπήρχε- ερήμωσε γιατί οι περισσότεροι από εμάς φύγαμε, σπουδάσαμε και χάσαμε την επαφή μας με τη γη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι το δημοσιονομικό! Είναι το διατροφικό και θα χτυπήσει τις πόρτες μας σύντομα.

Το μέλλον προκύπτει από πολλαπλές διακλαδώσεις. Το τι είμαστε και που θα οδηγηθούμε δεν καθορίζεται από το τι ήταν οι πρόγονοί μας. Σεβασμός στο χθες, αλλά χρειάζεται επειγόντως να αγωνιστούμε για το αύριο. Όχι γκρίνιες για το ποιοι ήμασταν, αλλά όραμα για το ποιοι μπορούμε να γίνουμε αύριο. Έτσι και οι νεκροί θα έχουν την αγαλλίαση ότι οι διάδοχοί τους άφησαν κάτι στα χώματά τους εκτός από μνημόσυνα και πιετισμούς. Έτσι και εμείς θα είμαστε πιο ήσυχοι για την συνεισφορά μας, αντί να καθόμαστε οικτίροντας την τύχη μας και να μοιρολογούμε πάνω από τα άδεια ταμεία.το μέλλον προκύπτει απο διαρκείς διακλαδώσεις επιλογών

Ετοιμάζεται να μπει ο Οκτώβριος. “Πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή” που λέει και ο ποιητής. Το λάθος δεν είναι ότι ασχολούμαστε με τα δημοσιονομικά. Το λάθος είναι ότι δεν ασχολούμαστε με τίποτα άλλο!