χώρες της ΕΕ, τη διαφάνεια στις τιμές των προϊόντων και την πτώση αυτών συνεπεία του ανταγωνισμού;
Στα πλαίσια παρόμοιων συζητήσεων, με έχουν ρωτήσει, όχι εντελώς αβάσιμα, εάν η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει εκείνο ή το άλλο ή, τι θα πρέπει, τέλος πάντων, να κάνει. Η επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές, διαθέσιμες ή δυνάμενες να σχεδιασθούν, πολιτικές προϋποθέτει τον καθορισμό συγκεκριμένων στόχων, και το τελευταίο δεν υπάγεται στα καθήκοντα της οικονομικής επιστήμης αλλά σε αυτά των αρχών της οικονομικής πολιτικής. Από εκεί και πέρα, βέβαια, δεν χρειάζεται, καταρχάς τουλάχιστον, να ανακαλύψει κανείς την ‘πυρίτιδα’: η εμπειρία που αντλείται από τη μελέτη των εμπορικών πολιτικών που έχουν ήδη ασκήσει οι ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά και ορισμένες αναπτυσσόμενες, είναι πάρα πολύ πλούσια. Δεν θα ήθελα να επιμείνω, για να μην μακρηγορώ, αλλά να υπενθυμίσω μόνον την ‘κωδική’ έκκληση του Joseph Stiglitz, το 2003, προς τις αρχές των αναπτυσσομένων οικονομιών: ‘Μην ακούτε τα εγκώμια από αμερικανικά συμφέροντα, τα οποία την ώρα που υμνούν τις ελεύθερες αγορές, βασίζονται στην αμερικανική κυβέρνηση για να προωθήσει τους στόχους τους. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα πρέπει να κοιτάξουν προσεκτικά, όχι τι λέει αλλά τι έκανε η Αμερική τα χρόνια που άρχισε να εξελίσσεται σε βιομηχανική δύναμη και τι κάνει σήμερα.’.
Κατά την άποψή μου, όσον αφορά στην Ελλάδα, θα πρέπει επιτέλους να αναρωτηθούμε: ποιοι ήταν όλα αυτά τα χρόνια οι συγκεκριμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής; Μήπως ο ‘ευρωπαϊκός μονόδρομος’ διευκόλυνε εξαιρετικά το έργο αυτών που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να σχεδιάσουν και να δρομολογήσουν ένα βιώσιμο, μακροχρόνιο πρόγραμμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι και ο προσδιορισμός της θέσης της στη διεθνή αγορά; Σε τελική ανάλυση, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία εάν, να το πω αφελώς, ‘φταίει ή δεν φταίει η ΟΝΕ’, και δεν έχει καμία απολύτως σημασία εάν δεν έπεσαν καθόλου έξω όσοι προέβαλαν, όταν έπρεπε και κάτω από διόλου ευνοϊκές συνθήκες, συγκεκριμένες ‘ενστάσεις’ για την πορεία που ακολουθείται. Σημασία έχει το τελικό αποτέλεσμα.
Και, τέλος, δύο λόγια για τις υποτιμήσεις, πιο ειδικά: οι υποτιμήσεις δεν είναι ζήτημα εθνικής ταπείνωσης αλλά εξισορροπητικές μεταβολές, τις οποίες είτε πραγματοποιεί η διεθνής αγορά είτε κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιήσουν οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια ενός – κατά το δυνατόν – συνεκτικού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης. Όλοι όσοι χρησιμοποιούν το (αντ-) επιχείρημα των υποτιμήσεων που ανέφερες, προκειμένου να μας υπενθυμίσουν τα οφέλη (υποθετικά, βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση) της Ελλάδας, δεν αμφισβητούν την ορθολογικότητα της διεθνούς αγοράς και, άρα, δεν απαιτείται να επιμείνω περαιτέρω. Τώρα, σχετικά με την υποτίμηση ως μέσο πολιτικής έχει χυθεί πολύ μελάνι, αλλά για τις ανάγκες της συζήτησής μας θα μπορούσαμε να δεχθούμε το εξής: σταθερών όλων των άλλων παραγόντων, η υποτίμηση δημιουργεί ένα πληθωριστικό ‘κύμα’ στην οικονομία (‘εισαγόμενος πληθωρισμός’), το οποίο εξανεμίζει μακροχρονίως τις όποιες θετικές επιπτώσεις της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Το ‘μακροχρονίως’ είναι η λέξη-κλειδί, διότι δηλώνει ότι υπάρχουν χρονικά περιθώρια αξιοποίησης των θετικών επιπτώσεων αυτού του μέσου (το τι ακριβώς έκταση έχουν αυτά τα περιθώρια αποτελεί, όπως μπορεί να αποδειχθεί, πολύπλοκη συνάρτηση των υφιστάμενων τεχνικών συνθηκών παραγωγής και μπορεί, κατά περίπτωση, να εκτιμηθεί, αλλά δεν θα πρέπει, γενικά, να θεωρούνται στενά). Η υποτίμηση της δραχμής το Μάρτιο 1998 δεν ήταν μέτρο οικονομικής πολιτικής, αλλά επεβλήθη από τη διεθνή αγορά. Όπως είχαμε προβλέψει, ήδη από τα μέσα του 1996, σε μία μελέτη που εκπονήθηκε μαζί με τους Χ. Οικονομίδη, Γ. Σταμάτη και Ν. Φουστέρη (και κυκλοφόρησε από τις εκδ. Κριτική), το πληθωριστικό ‘κύμα’ ήταν της τάξης του 1.2%, για το πρώτο έτος, και όλο και μικρότερο για τα επόμενα έτη (και όχι της τάξης του 10% και 20%, όπως προέβλεπε η συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών). Από την άλλη πλευρά, και για να πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, η πριν από 15 ημέρες υποτίμηση στη Βενεζουέλα φαίνεται να εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης και ανάπτυξης (σπεύδω, ωστόσο, να σημειώσω ότι δεν έχω καθόλου μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αυτής της χώρας – πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του συναδέλφου μου στο Πάντειο Δημήτρη Καλτσώνη, με τίτλο ‘Το Δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας’, εκδ. Ξιφαράς, το οποίο εστιάζει στην δικαιο-πολιτική δομή της χώρας και μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον). Διότι υιοθετήθηκε ένα μη δασμολογικό μέτρο εμπορικής πολιτικής και, συγκεκριμένα, το λεγόμενο σύστημα ‘πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών’: έναντι του δολαρίου, το μπολιβάρ υποτιμήθηκε κατά 20.9% για τα ‘βασικά αγαθά’, δηλ. τρόφιμα, φάρμακα και μηχανολογικό εξοπλισμό, και κατά 100% για πετρέλαιο, τουρισμό, αυτοκίνητα, λοιπά είδη κατάναλωσης και χημικά. Αυτό το σύστημα, το οποίο έχει αναλυθεί εξαιρετικά από έναν κορυφαίο οικονομολόγο της σραφφαϊανής σχολής, τον Ian Steedman (στο βιβλίο του ‘Διεθνές Εμπόριο’, εκδ. Κριτική), δημιουργεί διαφοροποίηση ανάμεσα στους λόγους ανταλλαγής (τις σχετικές τιμές) των αγαθών που ισχύουν στη διεθνή αγορά και σε αυτούς που ισχύουν στην εγχώρια και, έτσι, πρώτον, επιτρέπει τη λειτουργία κλάδων που κάτω από συνθήκες ενιαίας ισοτιμίας δεν θα επιβίωναν και, δεύτερον, δύναται να συμβάλλει, ανάλογα με τη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών, στα έσοδα του δημοσίου τομέα και, άρα, στην τόνωση των δημοσίων δαπανών. Βέβαια, το τι ακριβώς επιδιώκουν οι αρχές της Βενεζουέλας μόνον μία συγκεκριμένη ανάλυση μπορεί να το δείξει.
Ο Nicholas Kaldor, ένας λαμπρός μετα-κεϋνσιανός οικονομολόγος, ο οποίος συνέβαλε, μεταξύ άλλων, στη θεωρία της ανισόμετρης ανάπτυξης (κατά τη δεκαετία του 1960), συνήθιζε να επαναλαμβάνει στους μαθητές του τα εξής: ‘Πρώτον, οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να εκβιομηχανισθούν. Δεύτερον, μπορούν να εκβιομηχανισθούν μόνον με προστατευτισμό από το διεθνή ανταγωνισμό. Και, τρίτον, όποιος υποστηρίζει το αντίθετο είναι ανειλικρινής!’. Όλα αυτά ήταν γνωστά, αλλά ‘ξεχάσθηκαν’ τα τελευταία 25 χρόνια, των ‘μονοδρόμων και των τρίτων δρόμων’, και χρειάσθηκε να το πει κάποιος νομπελίστας (όπως ο Krugman, στην ομιλία του στην Αθήνα) για να ακουσθεί, κάπως, ότι υπάρχει και το μέσο της υποτίμησης.
Ποια είναι η ‘αίσθησή’ σου; Προβλέπεις το τέλμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μέσα από την ‘έκρηξη’ των ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες και τις περιφέρειες; Φυσικά, αυτή η ερώτηση δεν αφορά στην επιστημονική αλλά μάλλον στην ‘πολιτική’ σου πρόβλεψη.
Κατά την άποψή μου, οι αντικειμενικές συνθήκες, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς (σε συνάρτηση με τη διαδικασία της ‘παγκοσμιοποίησης’), δύνανται να αποδοθούν ως εξής: η διαδοχική απελευθέρωση του εμπορίου, της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων και, τέλος, της κίνησης του εργατικού δυναμικού δεν ωφελεί όλα τα εμπλεκόμενα έθνη, δημιουργεί έντονες πολώσεις στην παγκόσμια παραγωγή και κατανομή του εισοδήματος και, τελικά, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ χωρών και περιφερειών. Με μία λέξη, δηλαδή, δεν εξελίσσεται μόνον μία διαδικασία ενοποίησης του κόσμου, αλλά και περαιτέρω διαίρεσής του, πρώτον, ανάμεσα σε προηγμένες και μη προηγμένες εθνικές οικονομίες, και, δεύτερον, στο εσωτερικό των οικονομιών, ανάμεσα σε τάξεις. Ποια από αυτές τις δύο διαιρέσεις είναι η κύρια; Το ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν νομίζω ότι δύναται να δοθεί μία απάντηση με γενική, χωρική, ισχύ. Εκτιμώ, όμως, ότι για οικονομίες με χαμηλό και μέσο επίπεδο ανάπτυξης, κύρια πρέπει να θεωρείται η κατά σειρά πρώτη διαίρεση, πράγμα που συνεπάγεται ότι στο εσωτερικό αυτών των οικονομιών οι αρχές οικονομικής πολιτικής οφείλουν να αναζητήσουν πρότυπα εθνικής ανάπτυξης (βασιζόμενες, καταρχήν, σε αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνια-δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα’) και, εν συνεχεία, να διερευνήσουν τα ζητήματα της διεθνούς συνεργασίας. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε δεν αποκλείεται, σε συνδυασμό με τα ζητήματα που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, να αναπτυχθεί πράγματι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η αντίληψη ότι η περαιτέρω ευθυγράμμιση με τα αιτήματα της ΖΕ συνιστά τακτική χωρίς στρατηγικό στόχο.



