χώρες της ΕΕ, τη διαφάνεια στις τιμές των προϊόντων και την πτώση αυτών συνεπεία του ανταγωνισμού;
Στα πλαίσια παρόμοιων συζητήσεων, με έχουν ρωτήσει, όχι εντελώς αβάσιμα, εάν η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει εκείνο ή το άλλο ή, τι θα πρέπει, τέλος πάντων, να κάνει. Η επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές, διαθέσιμες ή δυνάμενες να σχεδιασθούν, πολιτικές προϋποθέτει τον καθορισμό συγκεκριμένων στόχων, και το τελευταίο δεν υπάγεται στα καθήκοντα της οικονομικής επιστήμης αλλά σε αυτά των αρχών της οικονομικής πολιτικής. Από εκεί και πέρα, βέβαια, δεν χρειάζεται, καταρχάς τουλάχιστον, να ανακαλύψει κανείς την ‘πυρίτιδα’: η εμπειρία που αντλείται από τη μελέτη των εμπορικών πολιτικών που έχουν ήδη ασκήσει οι ανεπτυγμένες οικονομίες, αλλά και ορισμένες αναπτυσσόμενες, είναι πάρα πολύ πλούσια. Δεν θα ήθελα να επιμείνω, για να μην μακρηγορώ, αλλά να υπενθυμίσω μόνον την ‘κωδική’ έκκληση του Joseph Stiglitz, το 2003, προς τις αρχές των αναπτυσσομένων οικονομιών: ‘Μην ακούτε τα εγκώμια από αμερικανικά συμφέροντα, τα οποία την ώρα που υμνούν τις ελεύθερες αγορές, βασίζονται στην αμερικανική κυβέρνηση για να προωθήσει τους στόχους τους. Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα πρέπει να κοιτάξουν προσεκτικά, όχι τι λέει αλλά τι έκανε η Αμερική τα χρόνια που άρχισε να εξελίσσεται σε βιομηχανική δύναμη και τι κάνει σήμερα.’.
Κατά την άποψή μου, όσον αφορά στην Ελλάδα, θα πρέπει επιτέλους να αναρωτηθούμε: ποιοι ήταν όλα αυτά τα χρόνια οι συγκεκριμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής; Μήπως ο ‘ευρωπαϊκός μονόδρομος’ διευκόλυνε εξαιρετικά το έργο αυτών που ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον να σχεδιάσουν και να δρομολογήσουν ένα βιώσιμο, μακροχρόνιο πρόγραμμα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, συστατικό στοιχείο του οποίου είναι και ο προσδιορισμός της θέσης της στη διεθνή αγορά; Σε τελική ανάλυση, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία εάν, να το πω αφελώς, ‘φταίει ή δεν φταίει η ΟΝΕ’, και δεν έχει καμία απολύτως σημασία εάν δεν έπεσαν καθόλου έξω όσοι προέβαλαν, όταν έπρεπε και κάτω από διόλου ευνοϊκές συνθήκες, συγκεκριμένες ‘ενστάσεις’ για την πορεία που ακολουθείται. Σημασία έχει το τελικό αποτέλεσμα.
Και, τέλος, δύο λόγια για τις υποτιμήσεις, πιο ειδικά: οι υποτιμήσεις δεν είναι ζήτημα εθνικής ταπείνωσης αλλά εξισορροπητικές μεταβολές, τις οποίες είτε πραγματοποιεί η διεθνής αγορά είτε κρίνουν ότι πρέπει να πραγματοποιήσουν οι εθνικές αρχές, στα πλαίσια ενός – κατά το δυνατόν – συνεκτικού προγράμματος σταθεροποίησης και ανάπτυξης. Όλοι όσοι χρησιμοποιούν το (αντ-) επιχείρημα των υποτιμήσεων που ανέφερες, προκειμένου να μας υπενθυμίσουν τα οφέλη (υποθετικά, βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση) της Ελλάδας, δεν αμφισβητούν την ορθολογικότητα της διεθνούς αγοράς και, άρα, δεν απαιτείται να επιμείνω περαιτέρω. Τώρα, σχετικά με την υποτίμηση ως μέσο πολιτικής έχει χυθεί πολύ μελάνι, αλλά  για τις ανάγκες της συζήτησής μας θα μπορούσαμε να δεχθούμε το εξής: σταθερών όλων των άλλων παραγόντων, η υποτίμηση δημιουργεί ένα πληθωριστικό ‘κύμα’ στην οικονομία (‘εισαγόμενος πληθωρισμός’), το οποίο εξανεμίζει μακροχρονίως τις όποιες θετικές επιπτώσεις της στη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Το ‘μακροχρονίως’ είναι η λέξη-κλειδί, διότι δηλώνει ότι υπάρχουν χρονικά περιθώρια αξιοποίησης των θετικών επιπτώσεων αυτού του μέσου (το τι ακριβώς έκταση έχουν αυτά τα περιθώρια αποτελεί, όπως μπορεί να αποδειχθεί, πολύπλοκη συνάρτηση των υφιστάμενων τεχνικών συνθηκών παραγωγής και μπορεί, κατά περίπτωση, να εκτιμηθεί, αλλά δεν θα πρέπει, γενικά, να θεωρούνται στενά). Η υποτίμηση της δραχμής το Μάρτιο 1998 δεν ήταν μέτρο οικονομικής πολιτικής, αλλά επεβλήθη από τη διεθνή αγορά. Όπως είχαμε προβλέψει, ήδη από τα μέσα του 1996, σε μία μελέτη που εκπονήθηκε μαζί με τους Χ. Οικονομίδη, Γ. Σταμάτη και Ν. Φουστέρη (και κυκλοφόρησε από τις εκδ. Κριτική), το πληθωριστικό ‘κύμα’ ήταν της τάξης του 1.2%, για το πρώτο έτος, και όλο και μικρότερο για τα επόμενα έτη (και όχι της τάξης του 10% και 20%, όπως προέβλεπε η συντριπτική πλειοψηφία των αναλυτών). Από την άλλη πλευρά, και για να πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, η πριν από 15 ημέρες υποτίμηση στη Βενεζουέλα φαίνεται να εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης και ανάπτυξης (σπεύδω, ωστόσο, να σημειώσω ότι δεν έχω καθόλου μελετήσει τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αυτής της χώρας – πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το βιβλίο του συναδέλφου μου στο Πάντειο Δημήτρη Καλτσώνη, με τίτλο ‘Το Δίλημμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας’, εκδ. Ξιφαράς, το οποίο εστιάζει στην δικαιο-πολιτική δομή της χώρας και μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον). Διότι υιοθετήθηκε ένα μη δασμολογικό μέτρο εμπορικής πολιτικής και, συγκεκριμένα, το λεγόμενο σύστημα ‘πολλαπλών συναλλαγματικών ισοτιμιών’: έναντι του δολαρίου, το μπολιβάρ υποτιμήθηκε κατά 20.9% για τα ‘βασικά αγαθά’, δηλ. τρόφιμα, φάρμακα και μηχανολογικό εξοπλισμό, και κατά 100% για πετρέλαιο, τουρισμό, αυτοκίνητα, λοιπά είδη κατάναλωσης και χημικά. Αυτό το σύστημα, το οποίο έχει αναλυθεί εξαιρετικά από έναν κορυφαίο οικονομολόγο της σραφφαϊανής σχολής, τον Ian Steedman (στο βιβλίο του ‘Διεθνές Εμπόριο’, εκδ. Κριτική), δημιουργεί διαφοροποίηση ανάμεσα στους λόγους ανταλλαγής (τις σχετικές τιμές) των αγαθών που ισχύουν στη διεθνή αγορά και σε αυτούς που ισχύουν στην εγχώρια και, έτσι, πρώτον, επιτρέπει τη λειτουργία κλάδων που κάτω από συνθήκες ενιαίας ισοτιμίας δεν θα επιβίωναν και, δεύτερον, δύναται να συμβάλλει, ανάλογα με τη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών, στα έσοδα του δημοσίου τομέα και, άρα, στην τόνωση των δημοσίων δαπανών. Βέβαια, το τι ακριβώς επιδιώκουν οι αρχές της Βενεζουέλας μόνον μία συγκεκριμένη ανάλυση μπορεί να το δείξει.
Ο Nicholas Kaldor, ένας λαμπρός μετα-κεϋνσιανός οικονομολόγος, ο οποίος συνέβαλε, μεταξύ άλλων, στη θεωρία της ανισόμετρης ανάπτυξης (κατά τη δεκαετία του 1960), συνήθιζε να επαναλαμβάνει στους μαθητές του τα εξής: ‘Πρώτον, οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να εκβιομηχανισθούν. Δεύτερον, μπορούν να εκβιομηχανισθούν μόνον με προστατευτισμό από το διεθνή ανταγωνισμό. Και, τρίτον, όποιος  υποστηρίζει το αντίθετο είναι ανειλικρινής!’. Όλα αυτά ήταν γνωστά, αλλά ‘ξεχάσθηκαν’ τα τελευταία 25 χρόνια, των ‘μονοδρόμων και των τρίτων δρόμων’, και χρειάσθηκε να το πει κάποιος νομπελίστας (όπως ο Krugman, στην ομιλία του στην Αθήνα) για να ακουσθεί, κάπως, ότι υπάρχει και το μέσο της υποτίμησης.

Ποια είναι η ‘αίσθησή’ σου; Προβλέπεις το τέλμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, μέσα από την ‘έκρηξη’ των ανισοτήτων ανάμεσα στις χώρες και τις περιφέρειες; Φυσικά, αυτή η ερώτηση δεν αφορά στην επιστημονική αλλά μάλλον στην ‘πολιτική’ σου πρόβλεψη.
Κατά την άποψή μου, οι αντικειμενικές συνθήκες, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς (σε συνάρτηση με τη διαδικασία της ‘παγκοσμιοποίησης’), δύνανται να αποδοθούν ως εξής: η διαδοχική απελευθέρωση του εμπορίου, της κίνησης των χρηματικών κεφαλαίων και, τέλος, της κίνησης του εργατικού δυναμικού δεν ωφελεί όλα τα εμπλεκόμενα έθνη, δημιουργεί έντονες πολώσεις στην παγκόσμια παραγωγή και κατανομή του εισοδήματος και, τελικά, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη μεταξύ χωρών και περιφερειών. Με μία λέξη, δηλαδή, δεν εξελίσσεται μόνον μία διαδικασία ενοποίησης του κόσμου, αλλά και περαιτέρω διαίρεσής του, πρώτον, ανάμεσα σε προηγμένες και μη προηγμένες εθνικές οικονομίες, και, δεύτερον, στο εσωτερικό των οικονομιών, ανάμεσα σε τάξεις. Ποια από αυτές τις δύο διαιρέσεις είναι η κύρια; Το ερώτημα είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν νομίζω ότι δύναται να δοθεί μία απάντηση με γενική, χωρική, ισχύ. Εκτιμώ, όμως, ότι για οικονομίες με χαμηλό και μέσο επίπεδο ανάπτυξης, κύρια πρέπει να θεωρείται η κατά σειρά πρώτη διαίρεση, πράγμα που συνεπάγεται ότι στο εσωτερικό αυτών των οικονομιών οι αρχές οικονομικής πολιτικής οφείλουν να αναζητήσουν πρότυπα εθνικής ανάπτυξης (βασιζόμενες, καταρχήν, σε αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνια-δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα’) και, εν συνεχεία, να διερευνήσουν τα ζητήματα της διεθνούς συνεργασίας. Εάν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε δεν αποκλείεται, σε συνδυασμό με τα ζητήματα που έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή την τρέχουσα οικονομική κρίση, να αναπτυχθεί πράγματι σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες η αντίληψη ότι η περαιτέρω ευθυγράμμιση με τα αιτήματα της ΖΕ συνιστά τακτική χωρίς στρατηγικό στόχο.

του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’. Δεν βλέπω, λοιπόν, πώς θα μπορούσε να αρθεί. Αλλά και δεν βλέπω να μπορεί να λεχθεί ότι οι θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ είναι ανυπόστατες, δεδομένης της συνολικής διάταξης του ευρωπαϊκού ‘οικοδομήματος’ (ανισόμετρα ανεπτυγμένες εθνικές οικονομίες-ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου και εργασίας-σχετικά αυτόνομες δημοσιονομικές πολιτικές-ενιαία και ανεξάρτητη νομισματική πολιτική) και των θεωρητικών αντιλήψεων (μονεταριστικές) που το διέπουν. Στο ‘Μηνιαίο Δελτίο’ της ΕΚΤ, του Νοεμβρίου 2001, έχει δημοσιευθεί ένα άρθρο με τίτλο ‘Το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής  στην ΟΝΕ’, το οποίο εξηγεί με σαφήνεια και πληρότητα τη λογική που διέπει την άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Είναι ένα κείμενο που θα πρέπει να μελετηθεί σε βάθος από όλους όσοι αμφισβητούν με αποσπασματικό ή, ακριβέστερα, σπασμωδικό τρόπο την ΕΕ (μία αντίστοιχη, και εξίσου σημαντική μελέτη, είναι αυτή με τίτλο: ‘Ευρώ: Ένα Νόμισμα για την Ευρώπη’, την οποία εκπόνησαν οι Φ. Χ. Σαχινίδης και Γ. Α. Χαρδούβελης, και κυκλοφόρησε το 1998 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος). Στο ίδιο μήκος κύματος, επέτρεψέ μου την παρέκβαση, βρίσκονται και οι συνεχείς, επικριτικού χαρακτήρα, αναφορές στην ‘ψαλίδα των μισθών’ στην ΕΕ: εάν πάρουμε, ωστόσο, τις εξισώσεις της προπτυχιακής θεωρίας του διεθνούς εμπορίου, εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι, δεδομένων των διεθνών διαφορών στις παραγωγικότητες, οι διεθνείς διαφορές στους μισθούς είναι απολύτως αναμενόμενες και οικονομικά δικαιολογημένες (βλ. επιπλέον ότι ανέφερα σχετικά με την μελέτη μας για το λόγο μη εργαζομένων-εργαζομένων).
Για να απαντηθεί, όμως, το ερώτημά σου στην ουσία του, θα πρέπει να προσδιορίσουμε τους πραγματικούς λόγους δημιουργίας της ΟΝΕ και τους αντίστοιχους στόχους της. Μήπως αυτοί είναι, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 2 της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ‘η αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο της Κοινότητας, η σταθερή και διαρκής, μη πληθωριστική και σεβόμενη το περιβάλλον ανάπτυξη, ένας υψηλός βαθμός σύγκλισης των οικονομικών επιδόσεων, ένα υψηλό επίπεδο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της ποιότητας ζωής, η οικονομική και κοινωνική συνοχή και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών’; Στη βάση των αρχών της σραφφαϊανής, μετα-κεϋνσιανής και μαρξιστικής θεωρίας έχω προσπαθήσει να δείξω όχι μόνον ότι αυτοί δεν μπορεί να είναι οι στόχοι της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά και ότι, εάν θέλουμε να μιλήσουμε αυστηρά, πρόκειται για λέξεις που στερούνται, στα πλαίσια εθνικών κοινωνιών της αγοράς, συγκεκριμένου-πραγματικού περιεχομένου. Ο σχηματισμός μίας οικονομικά και νομισματικά ολοκληρωμένης υπερεθνικής ένωσης στον ευρωπαϊκό χώρο συνιστά σύμπτωμα και, ταυτοχρόνως, ρεαλιστική στρατηγική τοπικής διαχείρισης και, περαιτέρω, υπέρβασης της γενικής κρίσης αναπαραγωγής, η οποία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Προασπίζει, είναι προφανές αλλά ας το πω, τα συμφέροντα των ηγεμονικών δυνάμεων (χωρών και τάξεων) της Ευρώπης (έναντι των διεθνών και των εθνικών ανταγωνιστών) και στοχεύει στη σταθερή συμπίεση του συνολικού κόστους αναπαραγωγής του υποκειμενικού (και, σε τελική ανάλυση, μοναδικού) παράγοντα της παραγωγής, δηλ. της εργασιακής δύναμης, και, έτσι, στην εκ νέου διαμόρφωση των όρων που απαιτούνται για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος, ως οικονομική, ιδεολογική και δικαιο-πολιτική δομή. Η εν λόγω συμπίεση δεν επιδιώκεται μέσω ενός ‘κλασικού’ προγράμματος λιτότητας (πράγμα που θα αποδεικνυόταν ανεπαρκές), αλλά με την πλήρη αναδιάρθρωση της σύνολης διαδικασίας αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Από εδώ προέρχονται, λοιπόν, οι συνεχείς ‘μεταρρυθμίσεις’ στο εκπαιδευτικό, εργασιακό και ασφαλιστικό σύστημα και, γενικά, το εγχείρημα σύστασης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ευρωπαϊκά ενιαίας αγοράς εργασίας’.
Αυτό το τελευταίο είναι κομβικό: δεδομένης της ανομοιογένειας των παραγωγικών δομών των χωρών-μελών, η σύσταση ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς εργασίας’ προάγει την ευστάθεια της ένωσης στο συνολικό, μακροοικονομικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, όμως, και δεδομένης της ύπαρξης μίας ‘απελευθερωμένης, ευέλικτης και ενιαίας αγοράς κεφαλαίου’, υπαγάγει τον ανταγωνισμό στα απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας εργασίας και κεφαλαίου και, έτσι, σύμφωνα με τα όσα έχω ήδη πει, επιτείνει την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ΖΕ. Κατά την άποψή μου, αυτή η ‘εξίσωση’ δεν επιλύεται, αυτός ο φαύλος κύκλος δεν σπάει.
Εν κατακλείδι, γύρω από οποιοδήποτε ζήτημα, ο καθένας μπορεί να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, αλλά το πρωταρχικό είναι να μην βρίσκεται εκτός θέματος. Η γνωστή ρήση ‘συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης’ είναι πάντα καλός οδηγός. Όσον αφορά ειδικά στην ΟΝΕ, οι βασικοί συντελεστές της θα ήταν οπωσδήποτε δεκτικοί σε τεκμηριωμένες προτάσεις σχετικές με το κύριο πρόβλημα που – χωρίς να έχει ποτέ λεχθεί καθαρά – τους ταλανίζει, το οποίο σκιαγράφησα στα αμέσως προηγούμενα, και αδιάφοροι σε προτάσεις άσχετες με αυτό. Ή, για να το πω αλλιώς, οι βασικοί συντελεστές της ΟΝΕ  γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν, καθώς επίσης και όλες τις διδαχές και εργαλεία της οικονομικής (και όχι μόνον) επιστήμης, σε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους θεωρητικές εκδοχές της (συμπεριλαμβανομένων και των πιο ‘αιρετικών’). Τέλος, να συμπληρώσω ότι στο προαναφερθέν άρθρο του ‘Μηνιαίου Δελτίου’ της ΕΚΤ επισημαίνεται ότι το υφιστάμενο πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής είναι ανοικτό σε ‘πρακτικές βελτιώσεις, καθώς θα συσσωρεύεται εμπειρία’. Υπό την πίεση των εξελίξεων, τις οποίες δρομολογεί η τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, είναι απολύτως δυνατόν, επομένως, να συντελεσθούν ορισμένες ‘πρακτικές βελτιώσεις’. Αυτές, όμως, δεν θα θίξουν τη γενική λογική του πλαισίου. Εάν συμβεί το αντίθετο, τότε θα έχουμε να κάνουμε με μία συστημική μεταβολή και θα πρέπει, λοιπόν, να ξανασυζητήσουμε.

Παρόλα αυτά, αρκετοί αναλυτές, χωρίς να αρνούνται την ύπαρξη αρνητικών πλευρών, υποστηρίζουν ότι η ένταξη της Ελλάδας στη ΖΕ είχε και θετικές συνέπειες. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: το τελευταίο τρίμηνο του 2008, μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης, σημειώθηκαν οι υποτιμήσεις της Ισλανδίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Ρουμανίας και της Σουηδίας, ενώ η Ελλάδα απέφυγε τους σχετικούς κλυδωνισμούς όντας ενταγμένη στη ΖΕ. Τελικά, ποια είναι τα συν και τα πλην από την ένταξη της Ελλάδας, και ποιο το τελικό αποτέλεσμα του ‘λογαριασμού’; Ή, κατά την άποψή σου, υπάρχουν μόνον πλην;
Η συμμετοχή σε μία νομισματική ζώνη έχει, γενικά μιλώντας, και συν και πλην, και όφελος και κόστος. Το όφελος προκύπτει, κυρίως, από την εξάλειψη της αβεβαιότητας και του κινδύνου που δημιουργούν οι διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και καλείται ‘όφελος νομισματικής αποτελεσματικότητας’. Το κόστος προκύπτει από την αξιοσημείωτη συρρίκνωση του πλήθους των μέσων που είναι διαθέσιμα για την ταυτόχρονη εξισορρόπηση του εσωτερικού και του εξωτερικού τομέα κάθε επιμέρους εθνικής οικονομίας (βλ. και την απάντηση στην πρώτη ερώτησή σου), και καλείται ‘κόστος οικονομικής ευστάθειας’. Σε πολύ γενικές γραμμές, το όφελος τείνει να είναι μεγαλύτερο από το κόστος όσο περισσότερο η εντασσόμενη χώρα έχει παρόμοια παραγωγική δομή με τις υπόλοιπες χώρες-μέλη της ζώνης, κάτι που στην περίπτωσή μας (Ελλάδα) δεν ισχύει (αντιθέτως, έχει εκτιμηθεί πολλαπλώς ότι μάλλον ισχύει για τις ακόλουθες χώρες: Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία). Επίσης, επειδή η συμμετοχή στη ΖΕ ενέχει και την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, έπεται ότι βελτιώνονται οι δυνατότητες κερδοφορίας σε όλες, ανεξαιρέτως, τις χώρες-μέλη (και για όσες επιχειρήσεις επιβιώνουν). Ωστόσο, δεν διασφαλίζεται η αύξηση της κατακεφαλήν κατανάλωσης, και αυτό είναι τόσο πιο πιθανό όσο μικρότερο είναι το ποσοστό αποταμίευσης της αντίστοιχης εθνικής οικονομίας. Για να διαπιστώσουμε το τι ισχύει, για την κατακεφαλήν κατανάλωση, στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας (που μας αφορά άμεσα) απαιτούνται εμπειρικές μελέτες και με εντυπωσιάζει, άλλη μία φορά, το γεγονός ότι, από ό,τι γνωρίζω, δεν έχει γίνει καμία τέτοια μελέτη.
Τελικά, για να επιστρέψω στο κέντρο της ερώτησής σου, θα πρέπει να προσθέσω τα εξής: κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί μονοσήμαντη απάντηση, διότι η άπαντηση προϋποθέτει τη σύγκριση ή, καλύτερα, τη συνάθροιση ετερογεννών πραγμάτων, και δεν είναι τυχαίο ότι στη βιβλιογραφία, ακόμα και στην ‘ορθόδοξη’, δεν υπάρχει τέτοια απάντηση. Επίσης, και αυτό ισχύει γενικά στα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα, οφείλω να ρωτήσω και εγώ: ‘συν και πλην’ για ποιους; Η ελληνική κοινωνία, να πω το προφανές, διαιρείται σε τάξεις και αυτές διαιρούνται, με τη σειρά των, σε μερίδες, οι οποίες έχουν, όχι σπάνια, διακριτά συμφέροντα σε επιμέρους ζητήματα. Επομένως, αυτό που είναι ‘συν’ για τη μία τάξη ή μερίδα αυτής δεν αποκλείεται να είναι ‘πλην’ για την άλλη τάξη ή μερίδα. Από την άποψη, πάντως, της παραγωγικής βάσης της χώρας, που είναι και η προϋπόθεση των πάντων, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ‘πλην’ αλλά καταστροφικό. Περαίτερω, εάν η γενική θεώρησή μου για την ΟΝΕ είναι βάσιμη, και μέχρι σήμερα δεν έχω κανέναν λόγο για να πω ότι δεν είναι, τότε συνάγεται ότι στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες δημιουργούνται, κατά μήκος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, εστίες δομικής, και μη διαχειρίσιμης, αστάθειας. Εάν, λοιπόν, η τρέχουσα κρίση συνεχισθεί, δεν θα αργήσει η στιγμή όπου οι επιμέρους εθνικές οικονομίες θα μετρήσουν με ικανοποιητική προσέγγιση το συνολικό κόστος που συνεπάγεται η συμμετοχή των στη ΖΕ. Αλλά και να μην συνεχισθεί, δεν βλέπω πώς χώρες όπως η Ελλάδα θα κατορθώσουν να επιλύσουν ορισμένα, έστω, από τα βασικά προβλήματά των. Η τρέχουσα κρίση οξύνει και αναδεικνύει τα προβλήματα, δεν τα γεννά.
Ποιος θυμάται, σήμερα, μία έστω λέξη από τα συνεχώς, τότε, εκπεμπόμενα μηνύματα μαζικής κατανάλωσης γύρω από τα οφέλη του Ευρώ, δηλ. την εξοικονόμιση των τραπεζικών προμηθειών και χρόνου, κατά τα ταξίδια μας (!) στις

Είσαι από αυτούς που είχαν ‘ενστάσεις’ για την ένταξη της Ελλάδας στο Ευρώ. Ποιες ήταν αυτές; Υπάρχουν οικονομικά μεγέθη που τις επιβεβαιώνουν και, περαιτέρω, ποιες ήταν οι διαρθρωτικές μεταβολές που έγιναν στην ελληνική οικονομία;
Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, συγκρότησα, σε μία σειρά από άρθρα και βιβλία, μία κριτική θεώρηση της ‘παγκοσμιοποίησης’ και της ΟΝΕ, γενικά, και της διαδικασίας ένταξης της Ελλάδας στη Ζώνη του Ευρώ (ΖΕ), ειδικά. Η κύρια θέση μου, σε σχέση με το ερώτημά σου, μπορεί να διατυπωθεί, συνοπτικά, ως εξής:
(1) Στο εσωτερικό της ΖΕ ο διεθνής ανταγωνισμός τείνει να διεξαγάγεται, όλο και περισσότερο, σε όρους απολύτων πλεονεκτημάτων στην παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου. Απλουστεύοντας κάπως, αλλά χωρίς απώλεια της ουσίας, αυτό σημαίνει ότι, σε κάθε επιμέρους κλάδο της ευρωπαϊκής οικονομίας, είναι δυνατόν να επιβιώσουν μόνον εκείνες οι επιχειρήσεις, οι οποίες διαθέτουν την απολύτως υψηλότερη παραγωγικότητα ή, με άλλα λόγια, οι πλέον τεχνολογικά προηγμένες επιχειρήσεις (να τονισθεί ότι αυτό δεν ισχύει, γενικά, στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομίας όπου η επιβίωση εξακολουθεί να βασίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα παραγωγικότητας των επιχειρήσεων).
(2) Η προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ενέχει την αδυναμία άσκησης εθνικά αυτόνομης εμπορικής (δασμολογικής και μη), συναλλαγματικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής (όσον αφορά στο τελευταίο υπονοώ τους πολλαπλούς περιορισμούς που θέτει το λεγόμενο ‘Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης’). Συνεπώς, κάθε επιμέρους αρχή οικονομικής πολιτικής δεν διαθέτει, σε τελική ανάλυση, παρά το μέσο-εργαλείο της εισοδηματικής πολιτικής (νομίζω ότι στην Ελλάδα το έχουμε καταλάβει καλά αυτό). Είναι, όμως, αδύνατον με ένα, και μοναδικό, μέσο-εργαλείο να επιτευχθεί το σύνολο των – υποτιθέμενων – στόχων της οικονομικής πολιτικής, δηλ. η ισορροπία παραγωγής-ζήτησης στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η πλήρης απασχόληση της εργασίας και του κεφαλαίου και ο ισοσκελισμός του κρατικού προϋπολογισμού και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά δεν είναι καθόλου ανεξάρτητα μεταξύ των ή, για να είμαι πιο ακριβής, αλληλοτροφοδοτούνται, με το κατά σειρά πρώτο να παίζει τον κύριο ρόλο. Συνεπάγονται ότι οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες και περιφέρειες της ΖΕ (στις οποίες ανήκουν, χωρίς αμφισβήτηση, η Ελλάδα, ως μονάδα, αλλά και πολλές από τις περιφέρειές της, όπως επίσης η Πορτογαλία, μεγάλα τμήματα της Ισπανίας, η Ιρλανδία, και η Νότια Ιταλία) υποβαθμίζονται, όλο και περισσότερο, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού καταμερισμού-συνδυασμού εργασίας. Εάν δε λάβουμε υπόψη και τις λεγόμενες ‘χρηματικές και τεχνολογικές οικονομίες χωρικής συγκέντρωσης’ ή, με απλά λόγια, τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η γεωγραφική συγκέντρωση ενός κλάδου παραγωγής, τότε η εικόνα γίνεται πιο ζοφερή: ενεργοποιούνται αυτοτροφοδοτούμενες διαδικασίες ανισόμετρης ανάπτυξης, οι οποίες οδηγούν στην εξάρτηση της πορείας ορισμένων χωρών και περιφερειών από τις προοπτικές συγκεκριμένων κλάδων ή/και στην οριστική υποβάθμιση άλλων γεωγραφικών περιοχών, οι οποίες δεν θα είναι σε θέση να παράξουν τίποτε απολύτως ή, τέλος πάντων, τίποτε για τη διεθνή αγορά (Ας μην κοιτάμε, όπως κάνουμε συνήθως, τις ΗΠΑ ως μονάδα. Η οικονομική ιστορία των προσφέρει αρκετά παραδείγματα, με πιο χαρακτηριστικό, ίσως, αυτό της περιοχής των Κεντρικών Απαλαχίων, η οποία περιλαμβάνει το Ανατολικό Κεντάκυ και τμήματα διαφόρων γειτονικών πολιτειών. Εξαρτήθηκε από την εξόρυξη άνθρακα και οδηγήθηκε, από το 1945 και μετά, στην παρακμή. Γενικά για αυτού του είδους τα ζητήματα, θα παρέπεμπα σε μία κριτική μελέτη των εργασιών του Paul Krugman στο πεδίο της ‘οικονομικής γεωγραφίας’).
Τώρα, στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου: μία μονοσήμαντη απάντηση, στο εμπειρικό επίπεδο, προϋποθέτει τη μία-προς-μία (και σταθερών όλων των άλλων παραγόντων) σύγκριση δύο διαφορετικών ‘τροχιών’ της ελληνικής οικονομίας, δηλ. εκτός και εντός ΖΕ. Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει. Κρίνω, ωστόσο, ότι θα σχηματίζαμε μία πολύ καλή εικόνα της πραγματικότητας (και των μελλοντικών εξελίξεων) εάν γνωρίζαμε, βάσει επιστημονικών μετρήσεων, σε ποιους κλάδους η ελληνική οικονομία διαθέτει απόλυτα πλεονεκτήματα παραγωγικότητας. Και με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, από ό,τι γνωρίζω, οι φορείς και τα ινστιτούτα οικονομικής πολιτικής δεν έχουν κάνει τέτοιες μετρήσεις. Υπάρχουν, βέβαια, ορισμένα στοιχεία των στατιστικών υπηρεσιών, τα οποία είναι πάρα πολύ ενδεικτικά: η αξία της παραγωγής της μεταποίησης ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει πέσει από το 23.2% (1970-1981) στο 14.9% (1999-2004). Της γεωργίας-αλιείας από το 11.6% στο 5.7%, και των ορυχείων-λατομείων από το 1% στο 0.8%. Αντιθέτως, έχουν ανέβει (εάν και μάλλον όχι θεαματικά) τα αντίστοιχα ποσοστά τομέων, όπως των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ξενοδοχείων-εστιατορείων και υγειονομικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχουν όλα τα στοιχεία που αφορούν στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο έφθασε, πριν από το ξέσπασμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης, στο 14% του ΑΕΠ (αξίζει να σημειωθεί, εδώ, ότι στην περίοδο 1983-85 (1995-98), όπου η δραχμή υποτιμήθηκε, κατά περίπου 15% (14%), αυτό το ποσοστό ήταν της τάξης του 5-10% (3-4%)) και, γενικότερα, αυτά που αφορούν στη διεθνή ανταγωνιστικότητα και στη σύνθεση των εισαγωγών-εξαγωγών της ελληνικής οικονομίας. Να αναφέρω μόνον ότι στις εισαγωγές παρατηρείται συνεχής άνοδος του μεριδίου των λεγομένων ‘προϊόντων υψηλής τεχνολογίας’, ενώ για τις εξαγωγές ισχύει μάλλον το αντίθετο, και ότι η Ελλάδα έχει το χαμηλότερο ποσοστό ενδοκλαδικού εμπορίου στη μεταποίηση από όλα τα μέλη της ΕΕ-15, πράγμα που έχει ιδιαίτερη (αρνητική) βαρύτητα, διότι η ανάπτυξη ενδοκλαδικού εμπορίου προϋποθέτει οικονομίες με παρόμοιο και, ταυτοχρόνως, υψηλό τεχνολογικό επίπεδο. Τέλος, η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από συγκριτικά χαμηλότερη παραγωγικότητα στους τομείς παραγωγής των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, ενώ η παραγωγικότητά της είναι αντίστοιχη του ευρωπαϊκού μέσου όρου μόνον στους τομείς παραγωγής των διεθνώς μη εμπορεύσιμων προϊόντων (χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, κατασκευές, εσωτερικό εμπόριο). Έχει μάλιστα εκτιμηθεί (από τον ΙΟΒΕ) ότι η αύξηση του ΑΕΠ προέρχεται πρωτίστως από την ανάπτυξη αυτών ακριβώς των τομέων, ενώ οι τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων είναι είτε στάσιμοι (εδώ και τρεις δεκαετίες) είτε αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς (π.χ. τουρισμός).
Θα μπορούσαμε να παράθεσουμε σειρές στοιχείων και να συζητάμε ατέρμονα γύρω από αυτές. Το ουσιώδες, όμως, είναι να διαθέτει κανείς μία οπτική γωνία, ένα θεωρητικό σχήμα πλαισίωσης των εκάστοτε στοιχείων. Και αυτό που παρουσίασα, έστω συνοπτικά, στα προηγούμενα είναι, σύμφωνα με ό,τι είμαι σε θέση να αντιληφθώ, το πλέον κατάλληλο: επιχειρεί να συλλάβει τους βαθύτερους μετασχηματισμούς που συντελούνται στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος και, άρα, τη μακροχρόνια δυναμική του.

Εάν όντως αναπτύσσονται έντονες πολώσεις στην ΕΕ, ποιες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν; Για παράδειγμα, η κατάργηση του ‘Συμφώνου Σταθερότητας’, η οποία θα ενεργοποιούσε το μέσο της δημοσιονομικής πολιτικής; Η συγκρότηση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος με ενεργό αναδιανεμητικό ρόλο; Ο απευθείας δανεισμός (χωρίς τη μεσολάβηση εμπορικών τραπεζών) των κρατών-μελών από την ΕΚΤ (όπως κάνει π.χ. η FED στις Η.Π.Α. ή η Τράπεζα της Αγγλίας);
Η ερώτηση δεν είναι μόνον εύλογη αλλά και πολύ αποκαλυπτική. Είναι πράγματι αληθές ότι η διαμόρφωση ενός υπερεθνικού δημοσιονομικού συστήματος, το οποίο θα λειτουργεί ως αναδιανεμητικός μηχανισμός μεταβιβαστικών πληρωμών και φορολόγησης, από τη μία πλευρά, και θα διαθέτει σημαντικές ανοχές ως προς τη σχετική αυτονομία των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών, από την άλλη πλευρά, εμφανίζεται ως η μοναδική ασφαλιστική δικλείδα του συστήματος. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι, ως άμεση συνέπεια του κατά σειρά πρώτου χαρακτηριστικού της ΖΕ (που ανέφερα στα πλαίσια της αρχικής ερώτησής σου), πρώτον, τα αντικειμενικά περιθώρια που διαθέτουν οι εθνικές αρχές των υποβαθμιζόμενων οικονομιών για την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής είναι εξαιρετικά στενά και, δεύτερον, οι  καθαρές μεταβιβάσεις εισοδήματος θα είναι μάλλον σταθερής και απλής κατεύθυνσης, δηλ. προς τις ίδιες πάντοτε οικονομίες και περιφέρειες, τις υποβαθμιζόμενες.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά: οι κρατικές δαπάνες αποτελούν, ας μην το ξεχνάμε αυτό, τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος, δηλ. του προϊόντος που απομένει μετά την αφαίρεση των φθαρέντων μέσων παραγωγής και των μισθών του ιδιωτικού τομέα από το ΑΕΠ. Άρα, η πραγματοποίηση κρατικών δαπανών ορισμένου ύψους προϋποθέτει την παραγωγή ενός υπερπροϊόντος μεγαλύτερου ύψους (εάν το παραγμένο υπερπροϊόν δεν επαρκεί, τότε απαιτείται η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος και, άρα, εξωτερικού χρέους), ενώ συνεπάγεται τη μείωση του ρυθμού αύξησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Και κατά κανόνα αυτή η μείωση οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στη μείωση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου. Ακόμα, λοιπόν, και αν αγνοήσουμε τα ζητήματα που δημιουργούνται για το δημόσιο έλλειμμα (υποθέτοντας ότι οι δαπάνες χρηματοδοτούνται εξολοκλήρου μέσω φόρων), το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν χώρες που αγωνίζονται να επιβιώσουν στο διεθνή ανταγωνισμό (ακριβώς επειδή έχουν χαμηλότερη παραγωγικότητα) να βασισθούν σε τέτοιες πολιτικές; Βέβαια, έχει αλλιώς το πράγμα όταν το κράτος πραγματοποιεί δαπάνες στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση του εργατικού δυναμικού, στην έρευνα-ανάπτυξη και στις υποδομές και, ταυτοχρόνως, προστατεύει, μέσω εμπορικής πολιτικής, και υποβοηθάει, μέσω νομισματικής πολιτικής (σύστημα διαφορικών επιτοκίων), εκείνους, κατά βάση, τους κλάδους οι οποίοι, πρώτον,  εμφανίζουν αυτό που αποκαλείται ‘μακροχρόνιο-δυναμικό συγκριτικό πλεονέκτημα’, δεύτερον, χαρακτηρίζονται από ταχεία τεχνολογική πρόοδο, σημαντική δυνατότητα εκμετάλλευσης των οικονομιών κλίμακας, και παραγωγή διαχυόμενης, στους υπολοίπους τομείς, τεχνολογικής γνώσης και, τρίτον, παράγουν εμπορεύματα με υψηλή εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης. Διότι οι εν λόγω δαπάνες συμβάλλουν μακροχρόνια στην αύξηση της μέσης παραγωγικότητας, ενώ η εδραίωση των προαναφερθέντων κλάδων οδηγεί την οικονομία σε τροχιά ταχείας μεγέθυνσης. Προφανώς, όμως, αυτό το ‘υπόδειγμα ανάπτυξης’ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί από μία χώρα εντός ΟΝΕ. Φυσικά, δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί, στο συνολικό επίπεδο, όταν και όποτε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μεταβεί στο λεγόμενο στάδιο της ‘Πλήρους Οικονομικής Ένωσης’, δηλ. της ενιαίας οικονομικής πολιτικής (κατά την εκτίμησή μου, οι κύριες πλευρές του οπωσδήποτε σχεδιάζεται να εφαρμοσθούν, σε συσχετισμό με τα περιθώρια που θα αφήνει το ‘ειδικό βάρος’ της ένωσης στην παγκόσμια οικονομία). Τι θα γίνει, ωστόσο, μέχρι τότε με τις χώρες και τις περιφέρειες που αγωνίζονται να επιβιώσουν;
Περαιτέρω, είχα υποστηρίξει, εδώ και πάνω από μία δεκαετία, ότι το αίτημα περί ‘δημοσιονομικού φεντεραλισμού’ θα αποδειχθεί ουτοπικό, διότι, αυτό είχα γράψει, εκκρεμεί το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα πείθονται οι φορολογούμενοι των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών να μεταβιβάζουν, συνεχώς, μέρος του εισοδήματός των στις ίδιες πάντοτε (μάλιστα) εθνικές οικονομίες. Θεωρώ ότι, μεταξύ άλλων, η σχετικά πρόσφατη, χωρίς περιστροφές, απόρριψη (Φεβρουάριος 2009), από την πλευρά – κυρίως – της Γερμανίας, της πρότασης έκδοσης ενιαίου ευρωπαϊκού ομολόγου, καθώς και οι αυστηρές συστάσεις, σε φάση διεθνούς ύφεσης (μάλιστα), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Μάρτιος 2009) προς τις χώρες που εμφανίζουν ‘υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και χρέη’, αποτελούν πρακτικές επαληθεύσεις όλης της προηγηθείσας ανάλυσης. Στο σημείο αυτό, όμως, και χωρίς να επιμείνω, καλό θα ήταν, να αναλογισθούμε, τόσο από οικονομική όσο και από πολιτικο-κοινωνική άποψη, τις σχέσεις Βορρά-Νότου στην Ιταλία.
Αλλά θα αναφέρω και ορισμένα ευρήματα μίας αδημοσίευτης μελέτης, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και εκπονήθηκε, στα πλαίσια της ερευνητικής ομάδας μου (‘Ομάδα Μελέτης Σραφφαϊανών Οικονομικών’), από τον Γιώργο Σώκλη την Ελένη Γκρόζα και εμένα. Εκτιμήσαμε, λοιπόν, τη μεταβλητή-κλειδί του ασφαλιστικού συστήματος, δηλ. το πόσους μη εργαζόμενους δύναται να συντηρήσει, μέσω μεταβιβαστικών πληρωμών (που και αυτές αποτελούν τμήμα του παραγμένου υπερπροϊόντος), κάθε ένας εργαζόμενος και καταλήξαμε στα εξής συγκλονιστικά, θεωρούμε, αποτελέσματα: στην ελληνική οικονομία, και με βάση τον ισχύοντα μέσο μισθό, ένας εργαζόμενος δύναται να συντηρήσει 2.1 μη εργαζόμενους. Εάν στη γερμανική οικονομία ίσχυε (υποθετικά μιλώντας) ο μέσος μισθός της ελληνικής οικονομίας, τότε ο αριθμός θα ήταν 22.2! Για την Ισπανία, ο αντίστοιχος αριθμός θα ήταν 7.9 και για την Φινλανδία θα ήταν 7.1. Αντιστρόφως, εάν σε όλες αυτές τις οικονομίες ίσχυε ο μέσος μισθός της γερμανικής οικονομίας, τότε το υπερπροϊόν θα ήταν αρνητικό και, συνεπώς, το ζήτημα της συντήρησης δεν υφίσταται! Επειδή τα αποτελέσματα εξαρτώνται, βασικά, από τις μέσες παραγωγικότητες της εργασίας και του κεφαλαίου κάθε οικονομίας, υποδεικνύουν, πρώτον, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στη γερμανική οικονομία και τις υπόλοιπες και, δεύτερον, τη δεινή θέση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία, τόσο από άποψη ανταγωνιστικότητας όσο και από άποψη περιθωρίων κατά την άσκηση κοινωνικής πολιτικής ή, γενικότερα, επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής. Και να ληφθεί υπόψη ότι το εμπορικό ισοζύγιο της ελληνικής οικονομίας (όπως και της ισπανικής, αλλά όχι των άλλων δύο οικονομιών) είναι ελλειμματικό, πράγμα που σημαίνει ότι εάν το ισοσκελίζαμε (υποθετικά), θα καταλήγαμε σε ακόμα χειρότερα αποτελέσματα σχετικά με τα περιθώρια της δημοσιονομικής πολιτικής.
Ας περάσουμε, τώρα, στο τελευταίο σκέλος της ερώτησής σου. Σύμφωνα με τις θέσεις των ‘αρχιτεκτόνων’ της ΟΝΕ, η απαγόρευση τόσο της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων από την ΕΚΤ όσο και της προνομοιακής πρόσβασης των δημοσίων αρχών στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πρώτον, αποτελούν μέσα υποστήριξης της ενιαίας νομισματικής πολιτικής και, γενικότερα, της πλήρους ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, η οποία έχει ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ΖΕ, δεύτερον, περιορίζουν σημαντικά τη διάχυση των συνεπειών που έχει η άσκηση ακατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής από μία χώρα-μέλος και, τρίτον, συμβάλλουν στην ορθή λειτουργία της ΟΝΕ, διότι ενισχύουν την πειθαρχία που επιβάλλει ο μηχανισμός της αγοράς στη δημοσιονομική πολιτική. Άρα, η εν λόγω απαγόρευση, η οποία πηγάζει άμεσα από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (ας μην το ξεχνάμε και αυτό), συνιστά έναν από τους θεμέλιους λίθους

«Πρώτα αδιαφορούν. Μετά σε γελοιοποιούν.

Κατόπιν σε φοβούνται. Στο τέλος σε ασπάζονται».

Μαχάτμα Γκάντι

Η φύση έχει εφεύρει πραγματικά εκπληκτικούς τρόπους για να επιλύει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο σε μακροσκοπικό όσο και σε μικροσκοπικό επίπεδο. Είναι πραγματικά θαυμαστό το γεγονός της ζωής και τα προβλήματα που σε βάθος δισεκατομμυρίων χρόνων η φύση έχει επιλύσει για να φτάσει η ζωή και η έμβια νοημοσύνη σε αυτά τα θαυμαστά επίπεδα εξέλιξης.

Είναι, επίσης, πραγματικά εκπληκτικός ο βαθμός της γνώσης και της αποκρυπρογράφησης των μυστικών της φύσης. Από τον Δημόκριτο και την «ατομική του επανάσταση»  και τον Αβογκάντρο φτάσαμε στην νανοτεχνολογία.

Αναφέρομαι στη Νανοδημοκρατία, κατ’ αναλογία, γιατί σε απειροστικά μικρό επίπεδο πρέπει να αναδομήσουμε και να αναεπινοήσουμε αυτό για το οποίο εμείς οι Έλληνες επαιρόμαστε ως εφευρέτες του. Τη Δημοκρατία. Από το πώς μιλάμε και συμπεριφερόμαστε στους συμπολίτες μας και στους πολιτικούς αντιπάλους μας μέχρι τους τρόπους και τις πολιτικές που θα χαράξουμε και που θα σηματοδοτήσουν το μέλλον μας.

Και το μέλλον είναι διαφορετικό.

Προκύπτει από πολλές και μικρές λεπτομέρειες που το «ωχ αδελφέ» με τις καταστροφικές του συνέπειες μας έφερε ως εδώ. Αναφέρομαι εδώ στη δημοκρατία των νάνων. Αυτή η δημοκρατία και αυτή η κοινωνία πρέπει να είναι οραματικά ευγνώμων και ευμνήμων. Να σταματήσει να τιμά το παρελθόν ως προγονοπληξία λες και κατατρυχόμαστε από συμπλεγματικές ενοχές απέναντι στους αρχαίους, αλλά και στους νεότερους έλληνες που έγραψαν ιστορία. Και σήμερα γράφεται ιστορία. Από τα χωράφια του μόχθου μέχρι τα θρανία της γνώσης και από τους πάγκους εργασίας μέχρι τα γραφεία δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων και εργαζομένων. Αναμφίβολα βρισκόμαστε σε κομβικό σταυροδρόμι. Ας δούμε το μέλλον ενωμένοι σε μια κοινή πορεία. Αυτοί που ωφελήθηκαν πάντα από τους διχασμούς όποτε και αν έγιναν, είναι αυτοί που πάντα θέτουν εμπόδια σε οραματικές διαδικασίες. Είναι αυτοί που δεν έδωσαν τίποτα σε κανέναν και αξίωσαν τα πάντα από όλους.

Στο πέρασμα του χρόνου έχουν δημιουργηθεί άτυπες δομές ισχύος που σε πλείστες περιπτώσεις έχοντας εμφιλοχωρήσει στα τυπικά δίκτυα ιεραρχίας και εξουσίας (στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα) καθιστούν δυσχερή ή αδύνατη την επίτευξη συλλογικών στόχων.

Σε φυσικό επίπεδο θα αναφερόμασταν σε κύτταρα ξενιστές που θα καθιστούσαν τον οργανισμό που τα «φιλοξενούσε» ανήμπορο να αντιδράσει στην επώαση και στην εξάπλωσή τους. Φαινόμενα όπως η διαφθορά, η αναξιοκρατία, η παραοικονομία έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν ένα πλέγμα σχέσεων ανάμεσα σε πρόσωπα, φορείς, συμπεριφορές που αν και δρουν αυτόνομα χωρίς κάποιο κεντρικό σχεδιασμό ή στόχο, με ένα αυτοοργανούμενο τρόπο έχουν «επιβληθεί» μέχρι σήμερα σε συλλογικό επίπεδο δημιουργώντας αλλοιώσεις και προβλήματα.

Όπως, λοιπόν, οι ξενιστές έχουν αναπτύξει ικανότητες αντοχής και αυτοσυντήρησης με τον ίδιο τρόπο πρέπει να επινοηθούν τρόποι αντιμετώπισής τους. Το «παλιό –κυρίαρχο- παράδειγμα» κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης έχει εξαντλήσει τη δυναμική του. Τα συμπτώματα παθογένειας του είναι οι γενεσιουργές αιτίες της αποδόμησής του.

Αν η κοινωνία επιδιώκει τη συνέχισή τους τότε κανένα πρόβλημα. Ας συνεχίσει η αποδόμηση. Αν η κοινωνία, όμως, – οι συνασπισμοί πολιτών και ελεύθερων ανθρώπων όπως θέλουμε να λεγόμαστε- αποφασίζει διαφορετικά, τότε πρέπει να δράσουμε. Και εδώ είναι μια από τις βασικές πηγές του προβλήματος που πρέπει να επιλύσουμε. Έχουμε αφήσει πολύ καιρό τώρα ανθρώπους που επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον και μόνο λόγω πραγματικών ή ιδεατών ικανοτήτων να αποφασίζουν για το σύνολο. Αυτό γίνεται κυρίως μέσα από ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα, όπου δεν υπάρχουν τα απαιτούμενα θεσμικά αντίβαρα στον αυτοπεριορισμό .

Τα φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς παρουσιάζονται σε διάφορα επίπεδα. Εθνικά και υπερεθνικά. Απλά διαφοροποιείται ο βαθμός έντασης και δημοσιότητας που λαμβάνουν. Φορείς που μέχρι χθες κατηγορήθηκαν για φαλκίδευση οικονομικών καταστάσεων, σήμερα – για παράδειγμα- αξιολογούν την πιστοληπτική ικανότητα και τη φερεγγυότητα της ελληνικής και άλλων οικονομιών.

Χρειαζόμαστε, κατ’ αναλογία, τη δημιουργία και ανάπτυξη λευκοκυτταρικών δημοκρατικών δομών και ενδυνάμωση των υπαρχόντων δημοκρατικών θεσμών.

Αυτό που θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τη νέα διοίκηση είναι να μην περιπέσει σε κατάσταση εντροπίας, όπως έπεσε η προηγούμενη σε απίστευτα σύντομο διάστημα.

Όταν δεν υπάρχει αξιολόγηση ουσιαστική και δίκαιη. Όταν μικροκομματικές σκοπιμότητες καταδεικνύουν ποιοι θα προαχθούν, όταν δεν υπάρχει λογοδοσία όλων των θέσεων στους ανωτέρω, τότε θαυμαστό είναι πως στέκει ακόμη αυτή η κρατική μηχανή.

Χρειάζεται θάρρος και σαρωτικές τομές. Όχι στους κομματικά αντίθετους. Αλλά σε αυτούς που αντιτίθενται σθεναρά στη δημιουργία ενός κράτους υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος (αυτοί ειλικρινά υπάρχουν παντού).

Αξιώνουμε ένα κράτος που ο πολίτης και ο φορολογούμενος θα αντιμετωπίζονται, όχι ως εκ προοιμίου οχλούντες (τη νιρβάνα κάποιων)  ή ύποπτοι φοροδιαφυγής, αλλά ως συμμέτοχοι και αρωγοί στην προσπάθεια νοικοκυρέματος αυτής της χώρας και δίκαιοι κριτές του έργου που επιτελείται.

Αναφέρθηκα στη νανοδημοκρατία γιατί οι εφαρμογές της νανοτεχνολογίας διαμορφώνουν ήδη το μέλλον μας την κοινωνία και την οικονομία μας. Το αύριο είναι ήδη παρόν.

Ας κουράσουμε λίγο το μυαλό μας και ας δημιουργήσουμε εκείνα τα ανθεκτικά μιμίδια που θα πολεμήσουν την αποσάθρωση, τη μιζέρια και την κοινοτυπία. Να σκεφτούμε δημιουργικά, με αυτεπίγνωση και συνείδηση ότι αποδομώντας ή ανεχόμενοι την αποδόμηση δημοκρατικών δομών συνύπαρξης και ελευθερίας δημιουργούνται οι  προϋποθέσεις εγκαθίδρυσης μιας φοβικής κοινωνίας, όπου μας φταίνε για όλα οι άλλοι (οι μετανάστες, οι αστυνομικοί, ο γείτονας, οι ξένοι εταίροι) και ποτέ εμείς.

Σημείωση: στην ιστοδιεύθυνση:  ftp://ftp.cordis.europa.eu/pub/nanotechnology/docs/nano_brochure_el.pdf μπορείτε να δείτε μια συνοπτική περιγραφή της ιστορίας και των εφαρμογών της νανοτεχνολογίας.


Το άρθρο είναι αναδημοσίευση απο την Εφημερίδα Καθημερινή (19.9.0) και συντάκτρια η Ιωάννα Φωτιάδη.

“Εως και 143% αύξηση του γεωργικού εισοδήματος και 172% του οικογενειακού”

“Οι εναλλακτικές μορφές καλλιέργειας συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και προσφέρουν ένα πολύ υψηλότερο εισόδημα στους παραγωγούς σε σύγκριση με τις συμβατικές μεθόδους, υποστηρίζει μελέτη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το κέρδος μπορεί να αυξηθεί ακόμα και 142%, όπως στην περίπτωση της βιολογικής ντομάτας. «Η έρευνά μας στηρίχθηκε σε πειραματικά δεδομένα, αλλά και σε παλαιότερες προσωπικές συνεντεύξεις αγροτών», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Ευθύμιος Μυγδάκος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων του Παν. Ιωαννίνων, ο οποίος ασχολείται με το αντικείμενο εδώ και δεκαέξι χρόνια.

«Πρωταθλητές» αναδεικνύονται τα κηπευτικά, στα οποία παρατηρείται το μεγαλύτερο κέρδος του παραγωγού. «Η βιολογική καλλιέργεια της ντομάτας ανεβάζει κατά 142% το κέρδος από το συγκεκριμένο προϊόν, κατά 104% το γεωργικό εισόδημα και κατά 98% το οικογενειακό εισόδημα», επισημαίνει ο κ. Μυγδάκος. «Ακολουθούν με εξίσου εντυπωσιακά αποτελέσματα το βιολογικό λάχανο (138%, 129% και 116%, αντίστοιχα) και το βιολογικό μαρούλι (103%, 143% και 172%)». Στην περίπτωση του βιολογικού βαμβακιού, η αύξηση της παραγωγής κυμαίνεται από 9% έως 16% και του ακαθάριστου κέρδους, από 23% έως 24%. «Οι λόγοι που η βιολογική καλλιέργεια βάμβακος δεν απέδωσε τα αναμενόμενα οφείλεται στο ανεπαρκές σύστημα διάθεσης του προϊόντος». Θετικά οικονομικά αποτελέσματα παρατηρούνται και στη βιολογική αιγοπροβατοτροφία (σύμφωνα με έρευνα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), αφού ανέβασε το εισόδημα των παραγωγών κατά 10 έως 40%.

Τι οδηγεί, λοιπόν, σε αυτά τα αποτελέσματα; «Είναι ο συνδυασμός της μεγαλύτερης παραγωγής με την υπερδιπλάσια τιμή πώλησης», αναφέρει ο κ. Μυγδάκος «ωστόσο, το αληθινό κέρδος είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς δεν επιβαρύνεται ούτε το περιβάλλον ούτε όμως και η υγεία του αγρότη, που πλήττεται από την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων». Η εισαγωγή, συνεπώς, νέων, οικολογικών τακτικών στη γεωργία δεν αποτελεί πια μια «ρομαντική» επιλογή, αλλά αναδεικνύεται μια κίνηση «ματ». Ο κ. Μυγδάκος, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι η επιτυχής στροφή στη βιολογική καλλιέργεια εξαρτάται πολύ συχνά από το έδαφος. «Σε περιοχές, όπως η Καρδίτσα, που δεν υπάρχουν πολλά ζιζάνια, η αλλαγή του τρόπου καλλιέργειας έγινε ομαλά. Σε άλλα μέρη, όπως η Μακεδονία, οι καλλιεργητές αντιμετώπισαν μεγάλες δυσκολίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αγρότες καλούνται να εφαρμόσουν το σύστημα της αμειψισποράς, δηλαδή της αλλαγής καλλιέργειας», επισημαίνει ο καθηγητής.

Αειφορική γεωργία

«Υπό τον όρο εναλλακτικές καλλιέργειες εννοούμε όχι μόνο τη βιολογική καλλιέργεια, αλλά και όλες τις μορφές της αειφορικής γεωργίας, όπως η ακαλλιέργεια (φυσική αναβλάστηση), τα συστήματα περιορισμένης κατεργασίας του εδάφους, η γεωργία ακριβείας κ.ά.». Αυτές οι μέθοδοι επιφέρουν πραγματική «επανάσταση» στον αγροτικό τομέα. «Ενα παράδειγμα της γεωργίας ακριβείας είναι η ρίψη ζιζανιοκτόνου με φωτοκύτταρο, το οποίο εντοπίζει τα συγκεκριμένα σημεία όπου βρίσκονται τα ζιζάνια, ώστε ο ψεκασμός να γίνεται εντοπισμένος», εξηγεί ο καθηγητής. «Αλλη τακτική είναι η σπορά χωρίς όργωμα, από την οποία προκύπτουν πολύ προσοδοφόρες καλλιέργειες». Η μείωση του κόστους σε καλλιέργειες βαμβακιού, όπου εφαρμόστηκε ο επιλεκτικός ψεκασμός, επέφερε μείωση του κόστους κατά 7% (συγκεκριμένα 15,5 ευρώ το στρέμμα). Ανάλογη μείωση του κόστους ύψους 6% και αύξηση του καθαρού κέρδους της τάξεως του 9% προήλθε από τη χρήση της περιορισμένης κατεργασίας στο βαμβάκι, ενώ εντυπωσιακά ήταν και τα αποτελέσματα του συστήματος των στενών γραμμών σποράς. Η ακαλλιέργεια εμφάνισε αύξησε κατά 12% στην παραγωγή, ενώ ανέβασε κατά 10% το ακαθάριστο κέρδος.

Eυοίωνες προοπτικές εμφανίζουν κάποιες «νέες» βιολογικές καλλιέργειες (σπαράγγι, πιπεράκι, αρωματικά φυτά, ροδιά, τρούφα, στέβια – ένα άγνωστο σε εμάς φυτό, σε ερευνητικό στάδιο, με σημαντικές γλυκαντικές ιδιότητες, που μπορεί να καλλιεργηθεί σε παλιά καπνοχώραφα). «Αν η έρευνα αποδείξει ότι μπορεί να ευδοκιμήσει και στην Ελλάδα, θα αποτελέσει μια πολύ καλή εναλλακτική καλλιέργεια», λέει ο κ. Μυγδάκος. Αποδοτικές θεωρούνται και οι «ενεργειακές καλλιέργειες», που θα παράγουν την πρώτη ύλη για τα βιοκαύσιμα.

Η «Κ» συνομίλησε με δύο βιοκαλλιεργητές.

«Τα ποσοστά είναι πολύ διογκωμένα»

«Για να πετύχουμε το βέλτιστο οικονομικό αποτέλεσμα, χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν τις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής», απαντά στην «Κ» ο βιοκαλλιεργητής κηπευτικών, κ. Γιάννης Μέλλος. «Οι νέες καλλιέργειες πρέπει να είναι προσήκουσες στο κλίμα, να καλλιεργείς δηλαδή ξηρικό ντοματάκι στη Σαντορίνη και όχι πατάτα! Ετσι, θα έχεις μια πολύ καλή απόδοση», εξηγεί ο 40χρονος βιοκαλλιεργητής. «Αποφασιστικής σημασίας είναι ο αγρότης να είναι έμπειρος και να ακολουθήσει τη σωστή καλλιεργητική τακτική», συμπληρώνει.

Οι δυσκολίες για όσους περνούν από τη συμβατική στη βιολογική καλλιέργεια είναι πολλές, καθώς η γη έχει απολέσει τα «ωφέλιμα» λόγω της χρόνιας χρήσης χημικών και έχει διατηρήσει μόνο τα «παθογόνα» του εδάφους (μύκητες, έντομα), τα οποία τρέφονται από τις ρίζες των φυτών με συνέπεια αυτές να καταστρέφονται. «Γι’ αυτό, άλλωστε, η Ε.Ε. μας επιδοτεί τα πρώτα 5 χρόνια». Ο χρόνος αποδεικνύεται άλλωστε με το μέρος του τολμηρού αγρότη, αφού κάθε χρονιά η παραγωγή, αλλά και η ποιότητα του προϊόντος, αυξάνονται. «Θεωρώ ότι το 142% είναι ένα πολύ διογκωμένο ποσοστό. Ουσιαστικά, το επιπλέον κέρδος μας στα κηπευτικά αγγίζει το 35-40%, γιατί κάνουμε μεν λιγότερους ψεκασμούς, αλλά ακριβότερους και συχνότερους, καθώς είναι λιγότερο αποτελεσματικοί».

«Δεν έχουμε ακόμα τα κατάλληλα μέσα»

«Η βιολογική γεωργία δεν έχει ακόμα τα μέσα να ανταγωνιστεί τη συμβατική σε επίπεδο απόδοσης», λέει στην «Κ» ο κ. Μπάμπης Τσοκανής, πρόεδρος της Ομοσπονδίας των Ενώσεων Βιοκαλλιεργητών Ελλάδας. «Δεν έχουμε ακόμα στη διάθεσή μας εκείνα τα σκευάσματα που θα μπορέσουν να αντικαταστήσουν τα ζιζανιοκτόνα και τις μεθόδους λίπανσης της συμβατικής καλλιέργειας. Το συμβατικό κρεμμύδι έχει απόδοση 6-12 τόνους το στρέμμα, τη στιγμή που η αντίστοιχη παραγωγή του βιολογικού είναι 4-5 τόνους». Υστερα από 3 με 5 χρόνια, που το έδαφος εμπλουτίζεται και πάλι με οργανικές ουσίες, η καλλιέργεια αρχίζει να αποδίδει.

«Ως προς το βιολογικό βαμβάκι, η παραγωγή τα πρώτα τρία χρόνια είναι σχεδόν πάντα μικρότερη», εξηγεί ο κ. Τσοκανής. «Είναι μόνο η διαφορά τιμής που ισοσκελίζει το κέρδος του βιοκαλλιεργητή με εκείνο του συμβατικού». Ο πρόεδρος των βιοκαλλιεργητών συμμετείχε από το 1993 έως το 1996 σε πρόγραμμα βιολογικής καλλιέργειας βαμβακιού, που πέραν της εγγυημένης τιμής πώλησης, προσέφερε και τα ανάλογα μηχανήματα. Σήμερα, όμως, καλλιεργεί μόνο κηπευτικά. Ο κ. Τσοκανής κρίνει ότι το ποσοστό τού επιπλέον κέρδους είναι 30 με 40%. «Οταν κάποιος είναι σωστός επαγγελματίας, έχει σταθερές τιμές πώλησης των προϊόντων του. Αυτό εκτιμάται πολύ από τους καταναλωτές, ειδικά στις περιόδους κρίσης»”.

Ήταν κάποτε (1939-2005) η Ελληνική Υπηρεσία του BBC η οποία και σίγησε ….λόγω κόστους για το BBC. Και επιπλέον η Ελληνική Γλώσσα δεν ομιλείται αρκούντως στον πλανήτη.  Έκλεισε βέβαια εδώ και 4 χρόνια και δεν άνοιξε ρουθούνι. Δείτε εδώ την αιτιολογία και αν θέλετε την πιστεύετε (http://www.bbc.co.uk/greek/aboutus/story/2005/12/051205_final.shtml)

ScreenShot001

Μετά όμως…εμφανίστηκε η Μακεδονική Υπηρεσία τουΒΒC μιας και οι Σκοπιανοί ομιλούν μια γλώσσα με διεθνή προσανατολισμό και έντονες πιθανότητες μεταροπής της σε esperado…..

ScreenShot002

Βρε άντε να χαθείτε γαιδούρια που τζάμπα χύσαμε το αίμα σας για τα συμφέροντα του Τσώρτσιλ και της Αλβιώνας. Τσάμπα κι εμφύλιοι.

Τι πράττουν οι Ελληνικές Κυβερνήσεις; Τι προτίθεται να πράξει η κυβέρνηση που θα εκλεγεί τον Οκτώβρη;

ScreenShot003

3 Σεπτέμβρη & 4 Οκτώβρη

Αν οι ημερομηνίες έχουν κάποια ιδιαίτερη ιστορική νοηματοδοτική ισχύ που υπερβαίνει τα προηγούμενα και τα επόμενα, τότε η 3η Σεπτεμβρίου και η 4η Οκτωβρίου του 1974, –αν θέλουμε να επικεντρωθούμε, στο νεοελληνικό, μεταπολιτευτικό πολιτικό/κομματικό παίγνιο και γίγνεσθαι-, αποτελούν, ως τέτοια, ορόσημα της απαρχής/μετεξέλιξης της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας.

Στις 3 Σεπτέμβρη 1974 ιδρύθηκε επίσημα το ΠΑΣΟΚ. Στις 4 Οκτώβρη του ίδιου έτους ιδρύθηκε επίσημα η ΝΔ. Απαιτήθηκαν 1.198 λέξεις για την ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας και 2.410 λέξεις για την αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ.

Απαιτήθηκαν 35 χρόνια για να φτάσουμε να αναρωτηθούμε, ίσως εντονότερα από κάθε άλλη φορά, που πάμε τώρα που το πορτοφόλι συρρικνώθηκε και ίσως φαίνεται ο πάτος του πηγαδιού.

Στόχος και βλέψη των 2 πολιτικών κομμάτων, τότε, εκπροσώπων της μίκρο-, μέσο-,  και μάκρο αστικής τάξης (σήμερα), η κατάληψη της εξουσίας προς όφελος του Ελληνικού λαού, των κυριαρχικών δικαιωμάτων του, της ευημερίας και της ευτυχίας (ΝΔ), της κοινωνικής δικαιοσύνης (σε όλες τις εκφάνσεις) και του πλατέματος της γνώσης (ΠΑΣΟΚ) ανάμεσα σε άλλα.

Τα χρόνια πέρασαν, εμείς και αυτά μεγάλωσαν, παλιοί έφυγαν, νέοι έρχονται και η ουσία του πράγματος παραμένει αναλλοίωτη. Δεν χρειαζόμαστε διλήμματα και μανιχαϊσμούςγια να εκφράσουμε το υπέρτατο δημοκρατικό μας δικαίωμα. Δεν υπάρχει λόγος πόλωσης για το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Χρειαζόμαστε μια νέα εξελικτική αντίληψη σκέψης και δράσης, προσωπικής και συλλογικής.  Χρειαζόμαστε ηγεσίες δυναμικές, ρηξικέλευθες, οραματικές, ικανές να συλλάβουν το αύριο και να οδηγήσουν τη χώρα σε μια νέα πορεία. Πόσο εφικτό ή ανέφικτο είναι αυτό υπό το πρίσμα των οικονομικών, χρηματοοικονομικών, περιβαλλοντικών και γεωπολιτικών εξελίξεων θα φανεί σύντομα.

Βομβαρδιζόμαστε δημοσκοπικά για την κρισιμότητα των επικείμενων εκλογών. Δεν είναι δα και η πρώτη φορά που βρισκόμαστε μπροστά σε σταυροδρόμι. Αναμφίβολα βρισκόμαστε σε κρίση. Μια κρίση που προκλήθηκε από ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες. Στην Ελλάδα είναι κυρίως πολιτισμικοί, άρα μιμιδικοί λόγοι. Η φορολογική παραβατικότητα και η έλλειψη εμπιστοσύνης (από το γείτονά μας μέχρι το κράτος) είναι από τις γενεσιουργές αιτίες του κακού. Η μεταπρατική φύση της ελληνικής οικονομίας, επίσης. Δεν δημιουργούμε (σε ικανή κλίμακα), μόνο εμπορευόμαστε. Πιθανότατα δεν είμαστε και καλοί έμποροι.

Η πρόταξη του μίκρο- έναντι του όλου, η κατίσχυση του προσωπικού έναντι του κοινωνικού συμφέροντος, η μονομέρεια στις διακρατικές σχέσεις, έναντι της εξωστρεφούς πολυμέρειας, – για να αναφερθούμε στα διπλωματικά- καθιστά τη χώρα των φιλοσόφων, των ποιητών, των ηρώων, τη χώρα της Δημοκρατίας, “αυτού του πέτρινου Μεσογειακού ακρωτηριού, -κατά τον Σεφέρη- που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου”, έμπλεο έρμαιο.

Γίναμε πλέον κακόνομοι, κακόνοες, κακοπαθείς αντί ευδαίμονες, εύβουλοι, ευδόκιμοι και ευερνείς.

Επικεντρώσαμε το ενδιαφέρον μας στην άναρχη ανάπτυξη του καταναλωτισμού, χάνοντας το μέτρο, λατρεύοντας την ύβρη.

“Μόνη έγνοια η γλώσσα μου”. Στον πόθο του Ελύτη, αντιπαραβαλλόμενη “μόνη έγνοια η εξουσία μου”, συνθλίβει ως ολετήρας και διαβρώνει ως οξύ το μέλλον.

Επικεντρωνόμαστε κυρίως στο “καθημερινό” αδιαφορώντας για το “στρατηγικό”. Στη γειτονιά μας και παραπέρα διαδραματίζονται γεγονότα που όταν τα αντιληφθούμε μετά από κάποια χρόνια θα είναι ήδη αργά. Ασφαλώς και πρέπει να επιλυθούν τα θέματα της καθημερινής βιωτής της κοινωνίας, αλλά παράλληλα να τίθενται οι βάσεις για την βιωσιμότητα της χώρας και στο μέλλον. Φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι κάποιος άλλος είναι καλύτερος από εμάς και πρέπει να τον μειώσουμε για να περάσουμε. Αυτό το κάνουμε εκεί που μπορούμε και μας παίρνει. Στην τοπική ή στην εθνική σκηνή. Για τη διεθνή σκηνή σφυρίζουμε αδιάφορα γιατί εκεί θέλει άλλα “κυβικά”.

Ελλάδα πότε θα κάνεις καριέρα, τώρα που όλοι αυτοί έκαναν καριέρα πάνω σου;

Ο Ψυχίατρος Γερούκαλης Δημήτριος και οι συνεργάτες του στο άρθρο «Από το απολίθωμα της Ευκλείδιας Ψυχιατρικής στην προσωποκεντρική οντολογία[1]» αναφέρουν στην εισαγωγή ότι: “Ζούμε την κρίση της νεωτερικότητας, την κατάρρευση του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού. Ως βασικό αίτιο μπορούμε να αναφέρουμε εκτός των άλλων την κατάρρευση του πυλώνα της πραγματικής επιστήμης υπό το βάρος των θέσεων και των απόψεων της σύγχρονης φυσικής και των μαθηματικών… Ο πρώτος πυλώνας δόμησης ενός πολιτισμικού ρεύματος είναι η εσωτερική φιλοσοφία, ο δεύτερος η επιστημονική κοσμοθεωρία, και ο τρίτος η κοινωνική φιλοσοφία….

….Τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να επαναπροσανατολίσουν τη φιλοσοφία αλλά και την πρακτική τους.

Αυτό σημαίνει ότι είναι αναγκαίο να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστήμης όσο και τις πρωτογενείς αξίες της Δημοκρατίας”.

Η νοηματοδοτική ισχύς της 4ης Οκτωβρίου 2009 πρέπει να είναι πολύ ισχυρή. Και πρέπει να συμβάλλουμε όλοι στον αναστοχασμό και στη χάραξη μιας νέας πορείας και διακυβέρνησης που θα εμφιλοχωρεί σε λιγότερες κούφιες λέξεις δεν θα είναι γυρητόμος, αλλά ανελισσόμενη, προοδευτική και εξελικτική.

Σπίτι μας ο Δήμος. Δήμος μας η Χώρα. Χώρα μας η Γη.

Εμείς αποφασίζουμε!

Πύτνιος


[1] περιοδικό Άρδην τ. 67.

Μια εντυπωσιακή αλλά και άκρως εξοργιστική υπόθεση για τον μισθωτό και συνταξιούχο φορολογούμενο, που δεν μπορεί να κρύψει ούτε ένα ευρώ από την Εφορία, είναι η περίπτωση πολύ γνωστού ιταλικού εστιατορίου το οποίο βρίσκεται στην καρδιά της Μυκόνου και έχει κατάστημα και στο Κολωνάκι με ιδιοκτήτη επιχειρηματία ιταλικής καταγωγής ο οποίος διαθέτει μία από τις πιο καλές και ακριβές κάβες κρασιών.

Στο συγκεκριμένο εστιατόριο, το οποίο έχει φιλοξενήσει την αφρόκρεμα της επιχειρηματικής και καλλιτεχνικής ζωής όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και του εξωτερικού, λειτουργούσαν δύο ταμειακές μηχανές, μια νόμιμη και μια αδήλωτη. Με τη νόμιμη ταμειακή μηχανή κάλυπτε προσχηματικά τους πελάτες που ζητούσαν αποδείξεις και την πιθανότητα επιφανειακού ελέγχου. Με την αδήλωτη ταμειακή εξέδιδε την πλειονότητα των αποδείξεων για τις υπηρεσίες που παρείχε. Η ταμειακή αυτή μηχανή ανακαλύφθηκε ύστερα από εξονυχιστική έρευνα των ελεγκτών της Επιχειρησιακής Διεύθυνσης Ειδικών Υποθέσεων Θεσσαλονίκης στον χώρο. Ηταν καλά κρυμμένη σε διπλανό κατάστημα (μεσοτοιχία) που ανήκει στη σύζυγο του ιδιοκτήτη, σε ειδικά διαμορφωμένο συρτάρι, πίσω από έναν πίνακα ζωγραφικής μέσα στα ντουβάρια. Μάλιστα ο έλεγχος στη συγκεκριμένη επιχείρηση κράτησε παραπάνω από το κανονικό και αυ τό γιατί οι «Ράμπο» της ΥΠΕΕ δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τη δεύτερη μηχανή, καθώς οι ιδιοκτήτες του καταστήματος αρνούνταν ότι υπήρχε. Τελικά, ύστερα από αρκετή προσπάθεια και αφού πέρασαν πολλές ημέρες, διαπίστωσαν ότι πίσω από έναν αρκετά καλαίσθητο πίνακα ζωγραφικής κρυβόταν το μυστικό της εκτεταμένης φοροδιαφυγής.

Για να φθάσουν σε αυτήν, οι ελεγκτές της ΥΠΕΕ προέβησαν σε αντιπαραβολή των αποδείξεων που τους επεδείχθησαν κατά τον έλεγχο, διαπιστώνοντας ότι υπήρχαν δύο τύποι, με διαφορετική γραμμογράφηση και γραμματοσειρά, κάτι που δεν δικαιολογούσε η ταμειακή μηχανή που λειτουργούσε νόμιμα. Στην εξέλιξη της έρευνας προέκυψε ότι η παράνομη ταμειακή μηχανή ανήκει σε επιχείρηση ίδιου αντικειμένου με έδρα το Κολωνάκι.

Μόνο για τη θερινή περίοδο που διανύουμε από τη συγκεκριμένη ταμειακή μηχανή είχαν εκδοθεί αποδείξεις ποσού μεγαλύτερου των 200.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, ο αναλογούν ΦΠΑ και ο φόρος εισοδήματος δεν είχαν φυσικά αποτυπωθεί στα βιβλία της επιχείρησης. Αυτό που ίσως δεν ήξερε ο ιταλός επιχειρηματίας είναι ότι η ταμειακή μηχανή διαθέτει εσωτερική μνήμη, όπου κάποιος που γνωρίζει μπορεί να φέρει στην επιφάνεια όλες τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί, όπως μας απάντησε ειδικός συντηρητής ταμειακών μηχανών.

«Παραδεισένια» κλοπή ΦΠΑ
Ητρίτη σημαντική περίπτωση φοροδιαφυγής αφορά συγκρότημα που διαθέτει ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστιατόριο, μπαρ, τουριστικό γραφείο, ξαπλώστρες κτλ. σε «παραδεισένια» παραλία της Μυκόνου.

Μόλις εμφανίστηκαν οι ελεγκτές της ΥΠΕΕ διαπίστωσαν πολύ σύντομα ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση τα έτη 2008-2009 δεν απέδωσε ΦΠΑ και για την περίοδο που υπέβαλε περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ αυτές ήταν ανακριβείς.

Σημειώνεται ότι σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, λόγω του γεγονότος ότι υπάρχει φοροδιαφυγή και ΦΠΑ, όποιο κλείσιμο των φορολογικών βιβλίων έχει πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της περαίωσης ουσιαστικά ακυρώνεται και γίνεται από την αρχή τακτικός έλεγχος.

Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις η φοροδιαφυγή θεωρείται μεταξύ άλλων και ποινικά κολάσιμη πράξη.

“Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνοµαι πὼς εἶµαι ὁ ἴδιος µιά ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά µου σὲ µία γλῶσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα µορφὴ της περιορισµένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιµήσει τὴ γλώσσα µου, καὶ νὰ – ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες µου σὲ ξένη γλῶσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ µοῦ δώσετε τὴ συγνώµη ποὺ ζητῶ πρῶτα – πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό µου.

Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.

Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ ἕνα λαὸ περιορισµένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε; Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεµβίου 1963)”

Στην Ιεράπετρα τον Οκτώβριο του 2009 στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Τοπικής Δημοκρατίας θα πραγματοποιηθεί ομιλία και συζήτηση για τα Εναλλακτικά Τοπικά Οικονομικά Συστήματα (και πως αυτά μπορούν να βοηθήσουν τοπικές κοινωνίες να βελτιώσουν τη ενδο συνεργασία τους, να αυξήσουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και να κρατήσουν περισσότερο χρήμα σε τοπική κυκλοφορία, χωρίς αυτό να χάνεται γρήγορα εκτός τοπικής οικονομίας).

Αναμένουμε την εκδήλωση με πολύ ενδιαφέρον.

Περισσότερα νέα μόλις ενημερωθούμε για την ακριβή ημερομηνία.

Όλα δείχνουν ότι έχουμε ένα ανήμπορο κράτος, ανίκανο να αντιδράσει στην λαίλαπα της κρίσης που δημιούργησαν οι άπληστοι. Καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια αποδόμησης (χωρίς όραμα ανασυγκρότησης) της ελληνικής διοίκησης, κοινωνίας και πολιτείας.  Η ίδια η κυβέρνηση, οι διοικητές, οι γραμματείς και οι λοιποί στο δρόμο για τους Εμαούς επιτυγχάνουν υψηλή βαθμολογία στην αναποτελεσματικότητα. Μαζί με αυτή καταρρακώνεται και η ποιότητα σε όλες τις εκφάνσεις του βίου, αλλά και  δημοκρατία. Γιατί οι τρεις αυτές έννοιες είναι πολύ στενά συνδεδεμένες.

Δεν τους ζητήθηκε να εφαρμόσουν την του Σόλωνος Σεισάχθεια (που να το σκεφτούν, εξάλλου) ούτε να σχεδιάσουν και να πραγματώσουν την Κλεισθένεια Μεταρρύθμιση (αρκεί ο τίτλος του ομώνυμου προγράμματος). Οι πολίτες θέλουν και πρέπει να δουν αποτελέσματα. Πως να προχωρήσουν θεσμικές αλλαγές στην διοίκηση και στην οικονομία όταν προσωπικές και συνολικά για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εξετράφησαν και εκτρέφουν καθεστώς ανομίας και εκμετάλλευσης.

Ο Έλληνας εργάζεται και εργάζεται σκληρά. Στα θρανία, στο δρόμο, στο χωράφι, στο γραφείο, στο ξενοδοχείο. Πήραμε στραβό δρόμο και συνεχίζουμε ήδη σε στραβά παρακλάδια. Ασχολούμαστε με λάθος προβλήματα, χάνοντας την ουσία των πραγμάτων. Μηχανικά ακούμε και απορροφούμε τα τηλεσκουπίδια. Η πλύση εγκεφάλου απο το κατεστημένο δεδομένη και χωρίς προσχήματα πλέον.

Δεν θέλουν πολλά. ΘΕΛΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ.

Ας αλλάξουμε τη συμπεριφορά μας σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό επίπεδο. Ας μιλήσουμε λίγο ουσιαστικά με το γείτονα για αρχή με την παρέα αργότερα, με την πόλη ή το χωριό μας τελικά. Οι λύσεις θα είναι τοπικές και αρκούντως καλές. Παγκόσμιες και μονοδιάστατες είναι μόνο στα χαρτιά.

Δεν θέλουμε τα πάντα. ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ.

Όσο αγόμαστε και φερόμαστε ως χαμένα πρόβατα ελπίδα δεν θα υπάρξει. Η φωτιά με φωτιά σβήνεται….αν είναι και ελεγχόμενη -ακόμη καλύτερα-.

Αν μας έβλεπαν ο Σόλωνας, ο Κλεισθένης, ο Ραδάμανθυς θα έπαιρναν prozac.

Το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο μπορεί και θέλει να παίξει κομβικό ρόλο στην ανατροπή του αρνητικού οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα. Ο Πρόεδρος του Ταμιευτηρίου κ. Φιλλιπίδης δήλωσε ότι το ΤΤ μπορεί να γίνει η μεγάλη εναλλακτική τράπεζα. Να δούμε θα τον αφήσουν να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση;

Ένας Σπαρτιάτης γύρισε σώος απο τους 300 του Λεωνίδα (με εντολή του να μεταφέρει την είδηση της απώλειας στην Μάχη των Θερμοπυλών) και τέθηκε στο περιθώριο της Σπαρτιατικής πολιτείας γιατί δεν πέθανε υπερασπιζόμενος τους συμπολεμιστές του και την Ελλάδα. Πολέμησε αργότερα με αυταπάρνηση στην Μάχη των Πλαταιών και αναδείχθηκε ένας απο τους πιο ανδρείους απο όλο το Ελληνικό στράτευμα. Και πάλι δεν τιμήθηκε απο τους Σπαρτιάτες. Το ονομά του ήταν Αριστόδημος.

Σήμερα το κοινωνικό σώμα είναι γεμάτο απο μίσθαρνους, καταπατητές, εκμεταλλευτές, ανάλγητους που απομυζούν το δημόσιο και το ιδιωτικό χρήμα, δεν έχουν ιερό και όσιο, διαλύουν θεσμούς και κοινωνικές δομές και μένουν ατιμώρητοι στο διηνεκές.

Η σύγκριση δική σας.

card

Ακούστε και εδώ το ραδιοφωνικό σποτ της  Ώρας της Γης

Διαβάστε το χθεσινό πρωτοσέλιδο δημοσίευμα του ΕΘΝΟΥΣ (έθνος Κυριακής) για το ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΟΒΟΛΟΣ που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του 2009.

Καλή αρχή και καλή επιτυχία

Έχουν ξεκινήσει οι συζητήσεις για τη δημιουργία Τράπεζας Χρόνου στην Ιεράπετρα. Σύντομα κοντά σας με περισσότερα νέα σχετικά. Αν σας ενδιαφέρει η ιδέα και η λειτουργία ενός τέτοιου φορέα αφήστε το σχόλιο σας και την πιθανή σας συνεργασία (συμπαραγωγή)

Αφιερώστε λίγο απο τον χρόνο σας και απαντήστε στα παρακάτω ερωτήματα

( 1=πολύ λίγο, 2=λίγο, 3=μέτρια, 4=πολύ, 5=πάρα πολύ, other = Ο )

Το Σχέδιο Νόμου για τη θωράκιση της Ελληνικής Οικονομίας

Βάλανε χέρι στα κεφάλαια του κόσμου (παίχτες με ελεύθερη βούληση) τώρα θα βάλουνε χέρι και στις καταθέσεις (παίχτες χωρίς επιλογή). Τόσα χρόνια οι ραντιέρηδες έκαναν party ανά τον πλανήτη, τώρα που έχουν χάσει το έδαφος και τον ουρανό ζητούν την κρατική στήριξη. Οι οικονομίες ποτέμκιν, βολβοί και φούσκες είναι πλέον ο κανόνας. Οι βαθυστόχαστες τεχνικές αναλύσεις, η εμβάθυνση στα θεμελιώδη μεγέθη, hedge funds,swaps και τα άλλα εξωτικά προϊόντα (τα εξωτικά μόνο ιλίγγους προκαλούν) κατέρρευσαν στο φτερούγισμα της πεταλούδας. Το χρηματοοικονομικό χάος σε όλο του το μεγαλείο.

Η αναδιανομή του πλούτου (αρπαγή) θα γίνει απο τα χρήματα των φορολογούμενων για να στηρίξει τις εταιρείες που αντιμετωπίζουν….προβληματάκια.

Η κρίση άρχισε μόλις τώρα. Μακάρι να μας λένε αλήθεια ότι η χώρα είναι θωρακισμένη για κάθε κίνδυνο. δεν το βλέπω όμως…ήδη άρχισαν να βγάζουν τα μάτια η μια τράπεζα στην άλλη. Ξέρετε…υπονοούμενα για τη ρευστότητα της μιας, διαδόσεις για τη φερεγγυότητα της άλλης κοκ.

Αν δεν σταματήσουν τα οικονομικά της απληστίας και ο καπιταλισμός στρόβιλος να κανοναρχούν τη ζωή των επενδυτών (άμεσα) και τη ζωή όλων μας (έμμεσα) και να αντικατασταθούν απο την ολιστική οικονομία (οικονομία ως όλον) που αναγνωρίζει την πλήρη αλληλεξάρτηση των πάντων, μην περιμένουμε βελτίωση. Μόνο πρόσκαιρη τοπική (συστημική) βελτίωση θα επιτυγχάνεται αλλά το όλον θα βρίσκεται σε αναταραχή.

Τόση αλαζονεία, τόση κομπορρημοσύνη που πήγε; Γιατί ο γιάπις αμοίβεται καλύτερα απο τον αγρότη και τον εργάτη, τον υπάλληλο και τη νοικοκυρά; Μα για να γεμίζει την τσέπη του ήδη λεφτά! Έχω περιέργεια αν οι εκπομπές Life style θα αντιληφθούν τίποτα απο τα τεκταινόμενα!

Σαν μειράκια οι aαπανταχού golden boys σε αλάνα παραστέκουν για κανένα ξεροκόμματο μερικών εκατομμυρίων €, $,  ¥ απο τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο.

Αυτοί που φώναζαν ως τα χτες “Γκρεμίστε το κράτος, διώξτε τους τεμπέληδες, αποκρατικοποιήστε τα πάντα, ακόμη και το Σύμπαν, τώρα σαν μετανοούσες Μαγδαληνές ζητούν να ανοίξουν οι κρατικοί κορβανάδες για να αναζωογονήσουν την οικονομία. Τα κράτη συμμετέχουν στο παιχνίδι. Πιθανότατα και με στατιστική ακρίβεια, μιας και τα λάθη δεν οδηγούν σε μια χρηστή διαχείριση του επιτοκιακού χρήματος για μεγάλο χρονικό διάστημα θα υποπέσουμε ξανά σε λάθη. Τα φαινόμενα που συμβαίνουν στην βάση τους έχουν την απληστία και τη διεξαγωγή στην αρένα των πεπερασμένων παιγνίων. Η συνεργατικότητα απέχει μακράν, η φρόνηση μακρύτερα.

Οι κύριοι με τα κουστούμια και οι κυρίες με τα ταγέρ, όταν σπούδασαν με τα 7 μάστερ και τα 3 διδακτορικά, νόμιζαν ότι είναι οι κυρίαρχοι του σύμπαντος και ότι το παιχνίδι θα πληρώνει συνέχεια χωρίς χασούρα. Τα ζήσαμε και στο δικό μας το 1999. (Κανείς δεν τιμωρήθηκε). Τα ζούμε και τώρα (ούτε και τώρα θα γίνει κάτι).

Μα, μας λένε ότι για όλα ευθύνεται η προσφορά και η ζήτηση κεφαλαίων.

Τι λέτε πολύξευροι τώρα; Θα ξαναφορέσετε τη λιβρέα του αυτοεξευτελισμού και τη φενάκη της σοβαρότητας και επιστημονικής/επαγγελματικής παρουσίας σας και θα μας πείτε το παραμύθι; Όταν είστε off camera κάνετε καμιά γκριμάτσα “μα τι είναι αυτά που λέω ο μαλάκας;”, έστω και για το άλλοθι ή συνεχίζετε απτόητοι την αποχαύνωση των μαζών;

Το σύστημα είναι θωρακισμένο! Πως; θεσμικά; Πραγματικά; Συστημικά; Ποιος δουλεύει ποιον;

Καταλαβαίνουμε βέβαια ότι δεν πρέπει να πανικοβληθεί ο κόσμος, αλλά στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται. Μέσα στον πάνικο πάλι κάποιοι θα βγουν πολλαπλά κερδισμένοι.

Αν σταματούσαμε λιγάκι να ηρεμήσουμε, απαλλαγμένοι απο τα πολεμικά δελτία και τις ιαχές, αδιάφοροι για την πτώση του NASDAQ, του DOW, του ΝΙΚΚΕΙ και των αλλων …παιδιών τα πράγματα θα άλλαζαν.  Είναι απίστευτο πως οι ιστορίες κερδοσκοπικής τρέλλας καταλήγουν μετά το party σε πένθος τόσο βαθύ που πρέπει να κλαίει όλος ο πλανήτης μαζί τους. (Έτσι μας λένε να κάνουμε…).

Κύριοι, κλάψτε μόνοι σας και μην αγγίζετε τους κόπους των ανθρώπων.

Τυχαία προχθές είδα μια διαφήμιση της “Mars Bank”.

Δύο πράσινα ανθρωπάκια βγαίναν ευτυχισμένα από μια μεγάλη κονσέρβα σε σχήμα Μπανάνας και έπιναν τοματοχυμό “φλίτς” κατευθυνόμενα στον ιπτάμενο δίσκο Νο 540009. Η συζήτηση είναι απίστευτη.

- Μα δε μου λες; Έμαθες τα νέα για τη subprime crisis σε αυτούς τους χαζογήινους; Χάνουν τα πάντα. Τώρα θα τους πάρουν και τις καταθέσεις. Εμείς που είμαστε αυτάρκεις και χρησιμοποιούμε αστερόσκονη για νόμισμα με μηδενικό επιτόκιο είμαστε ηλίθιοι;

- Τόση αυτοκαταστροφική μανία δεν συναντήσαμε πουθενά στο σύμπαν. Μόνο οι γήινοι τα καταφέρνουν έτσι. Πάμε για καφέ στην Times Square ή στην Κόκκινη Πλατεία να σπάσουμε πλάκα; Τη μεγαλύτερη θα τη σπάσουμε στην Πλατεία Συντάγματος. Αυτοί λένε ότι είναι θωρακισμένοι! Το λέιζερ το πήρες; Ένα καλό λέιζερ έχει απόδοση 600%. Αναδομεί την οικονομία σε δευτερόλεπτα. Δεν έχει παράπλευρες απώλειες, βρίσκει κέντρο, εξαϋλώνει τα πάντα απο χαρτιά μέχρι ακίνητα.

- Το πήρα! πάμε Σύνταγμα;

κλείσιμο διαφήμισης. “Mars Bank. Η τράπεζα σου!”. Με καταθέσεις 2 κιλών αστρόσκονης δώρο ένα νεροπίστολο λέιζερ. Ούτε να σκοτωθείτε δεν ξέρετε. Αφήστε το σε μας!

Greece topped the list of countries whose citizens believe that globalisation creates more problems than it solves, according to a world-wide survey conducted by TNS-ICAP in cooperation with the Gallup International Association in 64 countries spread over five continents, the results of which were released in Athens on Monday.

More specifically, according to the survey results, a 56 percent majority of world citizens are opposed to globalisation, believing that it creates more problems than it solves. Greece topped the list, with 72 percent of the respondents in agreement with that opinion.

In a total 64 countries, 56 percent of the respondents either replied either “agree” or “totally agree” that globalisation creates more problems than it solves, while 30 percent either “disagree” or “totally disagree” with that view. The area with the highest proportion of citizens with a negative view of globalisation was Asia, with 64 percent, while Africa was the only region in which the proportion of citizens with a positive view of globalisation (50 percent) exceeded that of those with a negative view (41 percent).

With respect to individual countries, the five countries with the highest proportion of citizens with a negative view of globalisation were Greece (72 percent), Japan (71 percent), Croatia (70 percent), Austria (69 percent) and France (67 percent). Worthy of note is the fact that three of those countries are Western European countries and EU member states (Greece, Austria and France).

Also, the proportion of Greek respondents who replied “totally agree” with the view that globalisation creates more problems than it solves was a high 47 percent, followed by Croatia with 34 percent, while the country with the smallest proportion was Japan, with just 9 percent.

Conversely, the five countries with the highest proportions of citizens in favour of globalisation — who disagreed with the view that it creates more problems than it solves — were Albania (62 percent), Nigeria (56 percent), Taiwan (53 percent), Kenya (52 percent) and Egypt (52 percent). Worthy of note is that no EU member state, nor the US, were among the top five countries whose citizens were in favour of globalisation.

Επόμενη σελίδα: »